Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Αέρα εσύ..

Φύλλα που έγδυσαν τα δέντρα
και σκορπίστηκαν στον δρόμο,
υποχείρια ενός αέρα
σαπίζουν μέσα στον χρόνο.

Γαμημένε αέρα
που φύσηξες επάνω μου
και έφερες από το χθες
ότι έθαψα πλέον στα στεγνά μου ματιά.

Ξεχασμένα χρόνια
και κλειστές πληγές
σε πεταμένα σεντόνια
και ανεκπλήρωτες ευχές,
θύμησες.

Έσβησες το κερί
και μέσα στο σκοτάδι
πολεμάς αδιάκοπα
μια μνήμη ζωντανή.

Άχρωμε αέρα,
πάρε ότι έφερες από πάνω μου,
κρύες νύχτες και μοναχικούς χορούς
μοναξιά και φιλιά σε ψεύτικους κλοιούς.

Χειμωνιάτικε αέρα,
κρύψου σε κάποια ουλή
και γιάτρεψε μου την πληγή,
μην την σκαλίζεις να χαρείς.

Φύλλα που πέσαν στον δρόμο
έντυσαν εμένα
κράτησαν χρόνια φυλαγμένα
και δάκρυα βαθιά κρυμμένα.

Αέρα,εσύ,άψυχε
μην μου παίρνεις την ασπίδα,
δώσε μου και άλλο την χαρά
να έχω λίγη ζεστασιά.

Μαλάκα,εσύ και γαμημένε
κρύε εσύ και μπάσταρδε,
συγχώρεσε με που σπάω
και πάνω σου χτυπάω,
μα είσαι εσύ αυτός που αντέχει
και δεν αγαπάει
και το κόστος δεν μετράει.

Συγγνώμη φίλε μου εσύ,
στοιχείο της φύσης,
μα πρέπει και εγώ
κάπου να μιλήσω.
Ευχαριστώ για την ανοχή σου
και τα λόγια τα βαριά μου....

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Ποιος είμαι εγώ? (Για σένα)

Ποιος είμαι εγώ?
Πού απόψε γυρνώ?
Μπρος στα χείλη σου
παίζω πάλι κρυφτό
μια λέξη από την δύνη σου
πριν εκραγώ. 

Ποιος είμαι εγώ?
Τι ζητώ εδώ?
Μέσα στα μάτια μου να δεις,
είσαι αυτή που ποθώ,
ένα όνειρο να ζεις
πριν χαθώ

Είμαι εγώ που σ'αγαπάω
Είμαι εγώ που δεν φοβάμαι.
Το κόστος δεν μετράω
αρκεί δίπλα σου να'μαι.
Είμαι εγώ που δεν σε νιώθω
εγώ που δεν σε αγγίζω 
μα στα όνειρα μου για σένα
συνεχίζω.

Ποιος είμαι εγώ?
Για που πάω?
Πάνω στο σώμα σου
ένα χάδι μυστικό
παθιασμένο το χρώμα σου
και το φιλί σου, μεθυστικό.

Ποιος είμαι εγώ?
Τι αγαπώ?
Μέσα στο άγγιγμα σου τρέμω
και γεμίζω το κενό
σπάνε οι σιωπές και οι μέρες
μέσα στις ηδονές.  

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Τόσο προσωπικό

Όλα μπορούν να αλλάξουν, όταν το θες ή όταν όλες οι καταστάσεις δεν μπορούν να σε αφήσουν ίδιο?
Στην μελωδία ενός ήσυχου και παράλληλα νοηματικού κομματιού τα πράγματα τοποθετούνταν στην βαλίτσα.Μια βαλίτσα που έφερε μέσα της πέρα από τα πράγματα,τα ρούχα, τα αντικείμενα ενός νέου και μια απόφαση, η οποία λήφθηκε με δάκρυα στα μάτια και φαινόταν να είναι η καταστροφή ενός ονείρου που από μικρός, ο νέος αυτός, ήθελε να το πραγματοποιήσει.
Με απλές κουβέντες και υποσχέσεις στιγμιαίες, αλάνθαστες και ντροπαλές προς όλους εκείνους για τους οποίους ο νέος νοιάζεται, αλλά ενδεχομένως να μην γνωρίζει πως να το δείξει, να μην καταφέρνει να σταθεί αντάξια στις απαιτήσεις τους με μια αγάπη που ποτέ δεν έδειξε αλλά πάντα έχει,τους αποχαιρέτησε χαμογελαστός και αστειευόμενος.
Όλα έμοιαζαν σταθερά, ίδια, τυπικά. Σαν ένα ταξίδι ευκαιριακό, που σίγουρα η επιστροφή είναι δεδομένη.
Στο πέρασμα των ημερών και στις σκέψεις των βραδινών τσιγάρων, ένοιωσε την ανάγκη να τηρήσει την απόφαση του και ας ήταν ένα άγριο ξύπνημα από το πιο σωστό του όνειρο, και ας έμελλε να γίνει ο πιο ψεύτικος εφιάλτης του.
Σε όλη αυτήν την διαδρομή μέσα στο σύντομο χρονικό διάστημα και έπειτα από μερικές συζητήσεις ωρών με τους μόνους ανθρώπους που έμειναν στην ζωή του νέου,αποφασίζει να γυρίσει πίσω και να μαζέψει κάθε ίχνος του.Να πραγματοποιήσει μια επιστροφή, καθαρά προσωρινή, για να πακετάρει όλα του τα υπάρχοντα και να γυρίσει πίσω.
Βράδυ και μόλις το τζάκι έχει ζεστάνει το σπίτι, μπροστά του και με δάκρυα στα μάτια, η σημαντικότερη γυναίκα στην ζωή του, ο σημαντικότερος και μοναδικός ουσιώδης άνθρωπος στην ζωή του, του είπε το εξής:
"Στην ζωή ήρθαμε όλοι για έναν σκοπό.Τότε στο νοσοκομείο που πονούσες, στο διπλανό κρεβάτι ήταν μια κυρία που πεινούσε.Πήρες το γεύμα σου και τις το τάισες,γιατί δεν είχε κανέναν. Μην βάλεις τελεία σε αυτό για το οποίο γεννήθηκες"
Αυτό ήταν. όλα γύρισαν ανάποδα και η απόφαση, η αρχική, καταρρίφθηκε σε κλάσματα δευτερολέπτων. όλα πλέον έμοιαζαν όμορφα και μια δύναμη πλημμύρισε τον νέο ξανά.
Την επομένη όλα έμοιαζαν διαφορετικά, όλα ήταν έτοιμα για επανεγκατάσταση του από εκεί που μέχρι πριν ώρες δεν θα επέστρεφε, αλλά ένας πόνος στο βάθος του στέρνου τον γονάτισε και έπρεπε να καθυστερήσει για λίγο την επιστροφή του.
Με πρόφαση ένα ταξίδι στην κοπέλα του, ο νέος επισκέφτηκε το γιατρό του και όλα πήγαν μια χαρά.Ήταν πλέον έτοιμος να επιστρέψει ξανά.
Με την άφιξη του, ένιωσε ένα κύμα χαράς αλλά και ικανοποίησης για την επιστροφή του αλλά και για εκείνους που ήθελε να δει,αλλά και πάλι δεν μπόρεσε να το δείξει,να το εκφράσει, να το μοιραστεί.
Πλέον, γράφοντας από εκεί που ήθελα να φύγω, από εκεί αλλά και εκεί που ακόμα και σήμερα πονάω για πολλά και διάφορα θέματα, βρίσκομαι συχνά επιφανειακός και θεωρούμαι χαζός γιατί πίσω μερικές ατάκες, κάποια αστεία και κάποιες μάσκες, αλλά όχι ψεύτικα, προσπαθώ να κρύψω όλο το μέγεθος του πόνου που συχνά με λυγίζει.
Λένε δεν είναι το βάρος που σε λυγίζει αλλά ο τρόπος που το κουβαλάς. Αυτόν προσπαθώ να διορθώσω και να μην το δώσω σε κανέναν.Από την άλλη χαίρομαι όταν κάποιος μου ακουμπάει το φορτίο του, με εμπιστεύεται και σπάει μαζί μου.Με αυτό τον τρόπο νιώθω ότι δεν είμαι και τόσος άχρηστος όσο νομίζω.
Αυτό που προσπαθώ είναι να αφουγκράζομαι όλα όσα έχει μια ψυχή να καταθέσει.Παρόν για όσο με χρειάζονται και κάπου εδώ, θα ήθελα να πω τα εξής σε αυτούς που ξέρουν πολύ καλά ποιοι είναι, είτε διαβάσουν είτε όχι το κείμενο αυτό:
"Συγνώμη για την άλλοτε ανάρμοστη συμπεριφορά μου, για όλα εκείνα που δεν μπορώ να αντέξω και κλείνομαι στα δάκρυα μου. Συγνώμη για τις πράξεις,τα λάθη,τα λόγια που με αφέλεια και χιούμορ λέω,για όλα εκείνα που κατηγορούμαι.όπως επίσης, να ξέρετε εσείς, πως είμαι εδώ για ότι καλό και για ότι όχι και τόσο καλό.Μια άλλη πόρτα να χτυπήσεις και μαζί του να καπνίσεις ένα τσιγάρο αναμνήσεων.Συγνώμη για όλα αυτά που νιώθω και δεν λέω,το πόσο αγάπη και το πόσο νοιάζομαι για μερικούς ανθρώπους.Και ένα Ευχαριστώ για την ανοχή σας"
Μπορεί να μην μιλώ αλλά προσπαθώ με τις πράξεις μου να απαντήσω σε αυτά που θέλει κάποιος να ακούσει........






Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Δύο νότες μαζί





Δυο αταίριαστες νότες μαζί
στην λογική παραφωνία
μα στην καρδιά συγχορδία
αποτελούν μια ερωτική μελωδία

Άφησε με πάνω σου να γράψω
τις πιο γλυκές νότες
και του κορμιού σου τις πόρτες
διάπλατα να ανοίξω.

Τραγούδι να σου στείλω
στα όνειρα σου να τρυπώνω
και τις νύχτες σου να ξεδιπλώνω,
κόκκινο τριαντάφυλλο δικό μου.

Πλήκτρα τα όμορφα σου χείλη
να πατώ απαλά
να τραγουδώ ψιθυριστά, 
και να χορεύουμε κοντά.

Σύνθεση μιας μέρας σκοτεινής
στα πλήκτρα των φιλιών σου
στα δώρα των χαδιών σου,
πρωταγωνιστής επί σκηνής.

Δώσε μου λίγο ρυθμό,
χτύπα τα χέρια σου ξανά
πάνω στο στέρνο μου
να νιώσεις τον παλμό.

Δυο αταίριαστες νότες
φτιάχνουν ολόκληρο τραγούδι,
χορεύουμε πάνω με λερωμένες μπότες
σημάδια να αφήσουμε του έρωτα,
στον κήπο σου,το πιο όμορφο λουλούδι.


Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

____ [Ανικανότητα τίτλου]

Σε αλάνες, σε τραίνα, σε τσιγάρα σβησμένα
σε έκρυψα
Σε ποτά, σε ξενύχτια,σε ποτήρια σπασμένα
σε έπνιξα.
Σε χορούς, σε φιλιά, σε άδειο κορμί
σε έχασα.
Μα σε βάθος καρδιάς 
και σε απουσία χαράς
σε γέννησα. 

Σε παρέες, σε κουβέντες, σε στιγμές
σε μοιράστηκα.
Σε κρεβάτια, σε πλάνες, σε ηδονές
σε χάρηκα.
Σε φιλιά, σε δώρα, σε μυρωδιές
σε ταξίδεψα.
Μα στα χρόνια
και σε άλλα σεντόνια
σε θυμήθηκα.

Σε μυστικά, σε λόγια, σε στίχους
σε εννόησα.
Σε κιθάρα, σε χαρτί, σε ήχους
σε ευνόησα.
Σε μέρες, σε νύχτες, σε φίλους
σε χώρισα.
Μα στα δέρμα μου
και στο αίμα μου
σε θυμήθηκα.

Κάπου σε έχασα
και σε κάτι σε άφησα.
_

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Κουράστηκα τον φόβο και Φοβάμαι την κούραση

Φοβάμαι να χαθώ ξανά
σε επικίνδυνα φιλιά,
στην αγκαλιά σου
σαν άλλη φωτιά
που καίει ασυγκίνητα τα χαρτιά σου.

Φοβάμαι να περπατήσω ξανά
σε ορμητικά φιλιά,
στην μορφή σου
σαν άλλος καθρέπτης
που κάνει είδωλο το κορμί σου.

Φοβάμαι να χορέψω ξανά
σε ρυθμικά φιλιά,
στην πλάνη σου
σαν άλλο τσιγάρο
που μεθάει ζεστά το χάδι σου.

Φοβάμαι να αγγίξω ξανά
κόκκινα χείλη,
στην ψυχή σου
σαν άλλο δοχείο
που θεωρείται απόλυτα πλήρη.

Κουράστηκα τον φόβο
που ξυπνάει μαζί μου,
μέσα στην νύχτα
και σαν τον απαράβατο νόμο
να σκοτώνει στεγνά την ευχή μου.

Κουράστηκα τις στιγμές
που κυκλώνουν τον εαυτό μου,
μέσα στην μέρα
που κλέβουν ύπουλα τις χαρές
και σημαδεύουν τον αετό μου.

Κουράστηκα τα φτερά
που δανεικά φοριούνται,
μέσα στην ζωή
και σε πετούν ψηλά
σαν λέξεις που ξεχνιούνται.

Κουράστηκα να φοβάμαι
τα κλειστά σου χείλη,
μέσα στα χρόνια,
να σκαρφαλώνω τα ύψη
σαν χάνονται σε ερωτευμένα σεντόνια.

Φοβάμαι την κούραση
μέσα στο βλέμμα σου
αλλά κουράζομαι να μην αντισταθείς
σε αυτό που χτυπάει το αίμα σου...


Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Ξημέρωμα στην σκέψη [όλοι ψεύδονται, είναι η μόνη αλήθεια μερικές φορές]


Βαδίζοντας κατά μήκος του ποταμού, ο οποίος χωρίζει αλλά και ενώνει τις δύο πλευρές του ποταμού,  ήρθα επαφή με ανθρώπους οι οποίο είχαν ακουμπήσει τα λερωμένα τους σώματα στις όχθες του ποταμού αυτού. Αδιαφορώντας και μένοντας ψύχραιμος, χωρίς να πανικοβληθώ για μια ενδεχόμενη απειλή της σωματικής μου ακεραιότητας, πλησίασα τα σώματα αυτά και κάθισα σε ένα παγκάκι λίγο πιο δίπλα.
Η παγωμένη μπύρα, το δροσερό αεράκι και ο καπνός του τσιγάρου που στιγμιαία θόλωνε το τοπίο, συνάμα με τα δάκρυα που διέρρεαν από τα μάτια μου, της στενάχωρες σκέψεις και η μέθη του ποτού, προσπαθούσαν να πείσουν τον εαυτό μου ότι έχουν κάποιο νόημα, κάποια ουσία.Εν ολίγη, προσπαθούσα να πω ψέματα στον ίδιο μου τον εαυτό. Μα μπορούμε να πούμε ψέματα στα πιο βαθιά κομμάτια της ψυχής μας?
Δράση και αντίδραση, ατονία και αδράνεια, ψέμα και επιφάνεια. Βασικοί θεματικοί πυρήνες που απασχόλησαν το μυαλό μου τις ώρες που πέρασαν, τα λεπτά δίπλα στο ποτάμι. Στα σώματα δύο νέων που πλέον έχουν αποχωρήσει.
Σε όλη την διάρκεια της επεξεργασίας αλλά και της διερευνήσεις, προσπάθησα να αντλήσω από πηγές που δεν με ενδιέφεραν μέχρι πρότινος αλλά και εξακολουθούν να μην αποτελούν πηγή εστίασης. Θεωρώ ότι τα περισσότερα γεγονότα στον βίο κάθε ανθρώπου είναι μονωμένα, αφορούν δηλαδή ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, στο οποίο ενδεχομένως να εμπλέκονται μερικά πρόσωπα. Είναι στιγμές που μένουν παγωμένες στον χρόνο. Τι αξία έχει η μετά-του-συμβάν-μελέτη?
Προσωπικά καμιά.Δεν μπορείς να προσθέσεις όσα δεν είπες, δεν μπορείς να αφαιρέσεις όσα είπες. δεν μπορείς απλούστατα να γυρίσεις τον χρόνο πίσω και σαν ηθοποιός να παίξεις την σκηνή με μερικές διορθώσεις.
έτσι, ποιος ο λόγος που η σκέψη μου κάνει παιχνίδια? Ποιος ο λόγος που ένα κενό μέσα μου διευρύνεται?
Μάλλον η έλλειψη πραγματικής ουσίας, αλλά και αλληλοκατανόησης (όπως χαρακτηριστικά ανέφερε κάποιος συνομιλητής μου,μερικές ημέρες πριν) από ένα περιβάλλον στο οποίο έχεις δείξει μεγάλη κατανόηση, είναι η πραγματική μάλλον αιτία που οι άνθρωποι σήμερα στερεώνουν σχέσεις σε μια επιφάνεια, δίχως να υπάρχει μια πιο βαθύτερη ουσία, μια πιο ανθρώπινη και όχι εγωκεντρική θεμελίωση της οποιασδήποτε μορφής σχέση.
Καθόμουν μόνος, σκεφτόμουν και ένιωθα, όπως χαρακτηριστικά λέμε με τους συμφοιτητές μου, "κομπλέ". δεν μου έλειπαν πολλά, αλλά το σημαντικότερο που κατάλαβα είναι ότι δεν αλλοίωνα άσκοπα τον εαυτό μου. 
Η ανάλωση και αλλοίωση του εαυτού και της προσωπικότητας του ανθρώπου είναι άσχημο πράγμα, μιας και στον βωμό μιας "εικόνας", του "φαίνεσθαι" δηλαδή, κατακερματίζουν αλλά και θάβουν πολύ βαθιά το "είναι". Αρνούμαστε ως άνθρωποι να δούμε τα πράγματα όπως είναι, και βλέπουμε τα πράγματα μόνο ως πράγματα.
Τα βήματα της επιστροφής γίνονται τόσο μηχανικά.Τόσο μόνα. Ένα τραγούδι ακούστηκε και μάλλον έκλεισε και την νύχτα, αλλά και τις σκέψεις μου, καθώς χαρακτηριστικά ανέφερε "όλοι ψεύδονται, είναι η μόνη αλήθεια μερικές φορές", και έτσι -πρέπει θεωρώ- οι άνθρωποι να σκαλίζουμε τα πράγματα μέχρι εκεί που μας παίρνει, από εκεί και πέρα, κοινώς, δεν είναι λογαριασμός μας. 
Τα ψέματα, μια εικόνα, μια στάση, μια ανούσια σχέση, μια ατονία.. όλα υπάρχουν. μπορούμε.Μπορώ να κάνω κάτι για αυτά?
Αρχικά, να κοιτάω να είμαι αξιοπρεπής και τέλος και σημαντικότερο "Να μάθω και να αντέχω να πληρώνω την αλήθεια μου, παρά να πουλιέμαι στο ψέμα"..


Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Είναι κανείς,εν τέλη

Και ξυπνάω με άδειο μυαλό
σε ζητάω, μα δεν είσαι εδώ.
μου χάρισες μια φίλη καλή,
την μοναξιά μέσα στην ζωή.

Με τυλίγει η απουσία σου
σαν νέφος και ξεσπά βροχή.
κοιτώ φωτογραφίες για την ουσία σου
και χάνεσαι σαν δάκρυ,σαν στιγμή.

Οι μνήμες αδειάζουν το μυαλό
και τα λόγια σου την καρδιά μου,
δεν μπορώ άλλο να πονώ
γύρισε πίσω να σε νιώσω στην αγκαλιά μου.

Οι πληγές γεμίζουν το σκοτάδι,
και η απουσία την ζωή μου.
έχουν πια όλοι φύγει,
κανείς πιστός σε αυτήν την μνήμη.

Είναι κανείς να μου χαρίσει
ένα χαμόγελο;
Είναι κανείς να μου κεντήσει
ένα όνειρο;

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Όταν τα μάτια σου ρωτούν, άφησε με να απαντήσω

Στο ηχηρότερο σημείο μιας βουβής θέας, σε ένα παράθυρο άκρως προσβάσιμο σε αυτήν, δυο θολά πέπλα, ερχόμενα το καθένα από διαφορετική πορεία, το ένα από τα δεξιά και το άλλο από τα αριστερά του τοίχου, κάπου στην μέση συναντήθηκαν και άδοξα έκλεισαν το ολόγιομο φεγγάρι έξω από το πλέον σκοτεινό δωμάτιο. Το φεγγάρι δεν ολοκλήρωσε την βόλτα του στο υπό του ήλιο ακτίνες φωτεινό δωμάτιο, μα σαν λαθραίος επιβάτης έμεινε έξω από εκεί που οριοθετεί η κουρτίνα.
Η κουρτίνα πλέον μένει κλειστή, ανέκφραστη μα συνάμα ομοιοπαθής με την ψυχή του σώματος που κινείται αχνά μπρος της. Μένει σταθερή και καθιστή πλέον κάπως κοντά στην θέα, αλλά με την πλάτη προς αυτήν. Δύο κρύα πόδια, και ένα ντυμένο κορμί, τυλίγονται καθώς το τσιγάρο ανάμεσα στα δύο χείλη, περικυκλωμένα από άγρια γένια, ανάβει.Δύο γυμνά χέρια, απλώνονται.Το ένα να κρατήσει το αναμμένο τσιγάρο και το άλλο να σκουπίσει δύο δακρυσμένα μάτια, και ολοκληρώνοντας να επεκταθεί ώστε το ποτήρι με το κόκκινο κρασί, ακουμπισμένο στο τραπέζι,δίπλα στο τασάκι του, να έρθει πιο κοντά.
Σε ένα μελαγχολικό σκηνικό, ένα σώμα παραδομένη στην αλκοόλ και στην νικοτίνη, στον πόνο και στην μνήμη, στο σκοτάδι και σε μια πλήρη μοναξιά, το σώμα ξεσπά.Πονά.Αντιδρά.Φωνάζει,κλαίει και σπάει.Μα πάλι σωπαίνει. Ο πόνος του μένει πίσω από τις κουρτίνες, δεν αφήνεται στου φεγγαριού του φως, στον αέρα της νύχτας, αλλά παραμένει δυνατός διπλά του, κοντά του.ίσως και μέσα του.Σε όλο το φάσμα μιας μοναχικής εκρηκτικής στιγμής, το κρασί πότισε το λευκό τραπεζομάντιλο.Κόκκινο έμοιαζε με αίμα.Καθαρό σαν ένα ειλικρινές βλέμμα.Μα η δυνατή αυτή στιγμή δεν άφησε ατάραχη την ψυχή, που παγιδευμένη σε μια φωνή, κόπηκε καθώς το μπουκάλι έπεσε,έσπασε και πάνω του πάτησε το πόδι του ανδρικού σώματος. ένας λάθος βήμα, μια πληγή ανοιχτή, μα η πλάτη να αντιστέκεται στην θέα.
Αρπάζοντας την αφορμή, και αξιοποιώντας τα δεδομένα, ένας κοντινός άνθρωπος, ανήσυχος για την σύνθεση του ατόμου, ψυχολογικά αλλά και σωματικά, και ακροατής της δυναμικής έκρηξης, έσπευσε σύντομα στο σκοτεινό δωμάτιο που μέσα του πλέον στατική, παρατημένη η ψυχή καθόταν και κάπνιζε, καθώς τα δάκρυα έρεαν από τα μαύρα μάτια του.
Φτάνοντας εκεί, ο ψύχραιμος άνδρας πέρα από ένα τοπίο, συνέπεια θυμού, αντίκρισε δύο μάτια που μιλούσαν ζεστά και μια καρδιά που ήθελε αγκαλιά.Καθισμένοι ο ένας απέναντι στο άλλον, κρατώντας και οι δύο από ένα ποτήρι κρασί, και λίγους κύκλους καπνού πάνω από τα κεφαλιά τους, που σταθερά θωρούσε το ένα του βλέμμα του άλλου, πέρασαν σχεδόν οι ώρες μέχρι το φεγγάρι φυσικά να σβήσει, και ο ήλιος ξεκούραστος να ξεκινήσει την ημέρα. 
Πίσω από την κουρτίνα ο ήλιο δειλά προσπαθούσε να εισέλθει και να φωτίσει τα πρόσωπα, καθρέφτες ψυχών, και όλο το σύνολο που προηγήθηκε στο ξέσπασμα του φεγγαριού..
"Σε κοιτώ και βοήθεια σου ζητώ, αλλά φοβάμαι για το αν σωστά ... να συμπεριφέρομαι μπορώ", σβήνοντας ένα από τα πολλά τσιγάρα, ο πληγωμένος άνδρας είπε.
Σχεδόν παράλληλα, ο ακροατής και συνομιλητής του, αποκρίθηκε με ένα χαμόγελο. Σηκώθηκε, κράτησε το μαύρο του μπουφάν, και πιάνοντας τον ώμο του άλλου είπε:
"Όταν τα μάτια σου ρωτούν, άφησε με να απαντήσω".   

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

. . . Γιατί ;

Γιατί με ξέχασες 
σε έναν δρόμο μόνο.?
Γιατί με πέταξες
σαν κατάδικο στον νόμο.?

Γιατί με έχασες
δεν με ρωτάς,
Γιατί σε είδα που έκλαψες
μα δεν πονάς.

Γιατί δεν με έκρυψες?
Γιατί δεν με κράτησες?
Γιατί πέταξες?
Για που έφυγες?

Σχηματίζοντας λωρίδες
στον γκρίζο ουρανό
μένουν πάντα ίδιες,
απορώ αν τις είδες.

Διαβάζοντας κενά
στην σπασμένη οθόνη
μένουν πάντα υγρά,
απορώ τι σε ξυπνά.

Σώζοντας στιγμές
στο κάθε ξημέρωμα 
μένουν πάντα ζωντανές,
απορώ που πάνε οι ψυχές.

Γιατί δεν με αγκάλιασες
και κρύωσα?
Γιατί δεν με κράτησες
και έπεσα?

Γιατί κλαίω
δεν με ρωτάς.
Γιατί δεν φεύγω
δεν αντιδράς.

Γιατί?
Πόλεμος η κάθε στιγμή.
Γιατί?
Μεθύσι η κάθε πνοή.
Γιατί?
Τρυφερή η κάθε πνοή.
Γιατί?
Πακέτα για άλλη ζωή.
Γιατί? Γιατί?
Γιατί άλλο δεν μπορώ,
πρέπει να φύγω,

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Τι να πω..?

Έχεις φύγει... είμαι εδώ
Την πλάτη έχεις γυρίσει
κανείς να μην σε γνωρίσει.

Στο αντίο... είμαι εδώ
Μια ατμόσφαιρα με αρνητικό φορτίο
στολίζεις το πιο ζεστό τοπίο.

Στην στιγμή... είμαι εδώ
Την βουβή έσπασες κραυγή
σώπασες για μια ζωή.

Σε θυμάμαι και είμαι εδώ
τι άλλο μπορώ να πω;
Φύλακας σου το πιο αληθινό
Σ'αγαπώ..

Έχεις φύγει... τι να πω;
δεν αντέχω... πως μπορώ;
Πέταξες ... σε κοιτώ.
Αστέρι του ουρανού,
μέσα μου φωτεινό.!


τι να πω?


Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Τυφλά φωτεινά μάτια

Κλείνοντας τα μάτια, πολλές φόρες το σκοτάδι παραμένει το ίδιο. Ακόμα και όταν ο ήλιος ακούραστα τις ακτίνες του ακουμπά πάνω μου, ακόμα και όταν το ρεύμα φωτίζει την πιο μεγάλη εκδήλωση. Το σκοτάδι, αμίλητο και πάντα σταθερό, στέκει σε κάθε γωνία. Ανάμεσα σε μάτια και βλέμματα, σε χέρια και αγγίγματα.
Ζώντας στο σκοτάδι, η νεαρή Αλεξία, θέλησε να αγγίξει τον ουρανό, τα χρώματα. Να απλώσει τα χέρια της και σαν ανάγλυφο να αγγίξει το χαμόγελο του συνομιλητή της. Θέλησε να ταξιδέψει, μα σαν δέντρα με ρίζες δυνατές, έμενε και άντεχε στο σκοτάδι.
Την πιο λαμπερή μέρα του χρόνου, μια μέσα στον Ιούλιο, θέλησα να την προσφέρω στην λαμπερή αυτή νεαρά. Μέσα στο θάμπος μιας μέρας, στα χρώματα των πιο συνηθισμένων λεωφόρων, στα φερέφωνα κομμάτια των ανθρώπων. Βαδίζαμε, αλλά παράλληλα το βλέμμα μου βόλταρε τριγύρω. Ενώ την ίδια στιγμή που η Αλεξία, βάδιζε συνέχεια σε μια ευθεία, δίχως να αποπροσανατολιστεί.
Καθώς μιλούσαμε, χαρακτηριστικά τα χείλη της έγνεψαν τις παρακάτω λέξεις:
"Ευτυχία είναι μια πόρτα της οποίας τα κλειδιά έχουν χαθεί.Και πως μπορώ εγώ, που δεν βλέπω, να τα βρω?", και κοντοστάθηκε πλάι σε μια πινακίδα η οποία διευκρίνιζε την πορεία του δρόμου.
Ευτυχία είναι ένας δρόμος. ο καθένας έχει τον δικό του, που παράλληλα με άλλους κινείται, βαδίζοντας σε μια αμετάκλητο στόχο. Η πινακίδια, και το όποιο σήμα και αν εμφανιστεί στον δρόμο αυτόν, πολλές φορές οδηγεί σε εκτροχιασμό και παράβλεψη του στόχου μας. 
Ένας δρόμος του οποίου το περιεχόμενο είναι απόφαση και επιλογή του καθενός. Μέχρι εκεί που μπορούμε να μιλάμε και να βλέπουμε.
"Και πως μπορώ να στολίσω έναν δρόμο βυθισμένο στο σκοτάδι.?", ρώτησε η Αλεξία καθώς ακούμπησε τον καφέ της στο πορτοκαλί τραπέζι μια πολύχρωμης σύνθεσης, και συνέχισε "δεν μπορώ να δω το χρώμα αυτού του οποίου πίνω, της καρέκλας όπου κάθομαι, παρά μόνο νιώθω το τι προσφέρει το καθένα".
Η νεαρή κοπέλα, θυμωμένη με την κατάσταση της, είχε μόλις πει τον σκοπό πολλών ανθρώπων, ο οποίος δεν είναι άλλος από το να μην μένει σε μια εικόνα αλλά να περνάει αμέσως παρακάτω, στην ουσία και στο συναίσθημα. όλα μοιάζουν ανιαρά όταν είναι θαμπά και σκοτεινά, όλα φαντάζουν αδύνατα όταν δεν μπορείς να τα ξεχωρίσεις, αλλά όταν καταφέρεις να τα αισθανθείς θα απολαύσεις το μεγαλείο της ουσίας τους, την πραγματική του αξία και όλα εκείνα που πηγάζουν, δίχως να τοποθετήσεις φραγμούς από ένα χρώμα, δύο ρούχα, μια πρώτη εικόνα.
Στον γυρισμό μας, παρατήρησα την αμίλητη αλλά διορατική κοπέλα να δακρύζει και να απολογείται αλλά ταυτόχρονα να διερωτηθείτε και να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο ερώτημα αν είναι ή όχι ευτυχισμένη, μιας και θεωρούσε τον εαυτό της δυστυχισμένο και παγιδευμένο σε έναν κόσμο που δεν μπορούσε να αισθανθεί, ενώ πραγματικά μπορούσε να αισθανθεί σε απόλυτο βαθμό, αλά δεν μπορούσε να δει.
Τελικά, κερδισμένος ποιος είναι? Εκείνος που βλέπει και κρίνει από αυτό και μόνο ή αντίθετα, εκείνους που αφού νιώσει θα κρίνει.?

Υ.Γ. Η Αλεξία, θύμα ενός τροχαίου, έχασε την όραση της στα πρώτα παιδικά της χρόνια. Διέσχισε μια ζωή νομίζοντας πως υστερεί έναντι των άλλων  ενώ στην πραγματικότητα ήταν ίδια με όλους μας, αφού πέρα των γνωρισμάτων η καρδιά χτυπούσε όπως και οι δικές μας.Σήμερα η Αλεξία, δασκάλα σε ίδρυμα για άτομα με προβλήματα όρασης, μπορεί να μην καταφέρνει να βλέπει τα παιδιά της αλλά τα πονάει και τα νιώθει όπως μόνο μια μάνα ξέρει!  

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Ο δρόμος σου γνωστός (vol.2012)

Ταξίδι αρχίζει η ζωή
μόλις στους δρόμους βγει
μοιάζει να 'ναι γυμνή,
μα ασπίδα καλά κρατεί.
Σαν σε μάχη έτοιμη να ριχτεί
κάνει βήμα και οπισθοχωρεί.

Ταξίδι αρχίζει η ζωή
μόλις το φεγγάρι δει,
κοιτάζοντας μια λάμψη γοερή
σωπαίνει μπρος στην ζωή.
Σαν ματωμένη ψυχή
καθρεφτίζει μια ολόκληρη ζωή.

Βαλίτσα μπορεί να μην κρατεί
αλλά μυστικά εφόδια παραληρεί,
φωνάζοντας δίχως οργή
να σπάσει ίσως την σιωπή.
Σαν παράξενη μουσική
για να κόψει την άλλοτε ρυθμική ζωή.

Χαρτιά φυλαγμένα στα χρόνια.
δάκρυα ποτισμένα σε σεντόνια
μείναν μέχρι και τώρα μόνα,
σύμμαχοι σε έναν άδικο αγώνα.
Σαν πνοή του χειμώνα
παλεύει να παγώσει τα χρόνια.

Τρέχει ήρεμη προς την εικόνα
εκείνη που δεν ξέρει από μπόρα
μήπως και αντέξει στην χώρα
να την ασπάζεται αιώνια.
Σαν λόγια πολλά με ψώρα
κρατιέται σε όλη αυτήν την εικόνα.

Πας ζωή μου, πας
ακόμα και αν πονάς
ακόμα και αν ζητάς,
πάντοτε ξεχνάς,
έναν στόχο προσπερνάς
και για άλλη μια φορά χτυπάς.

Μένεις ζωή μου, μένεις
μα ποτέ δεν ξεφεύγεις
ποτέ δεν αγριεύεις
πάντοτε υπομένεις,
σταθερά αντέχεις,
και τον εαυτό σου ψεύτικα χορεύεις

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Βαριόμαστε γιατί δεν είμαστε ποιητές

Καθισμένος στο απόμακρο τραπέζι μια πολυσύχναστης καφετέριας, κοιτούσα -μάλλον- αδιάκριτα όλα εκείνα τα πλάσματα τριγύρω μου. Μου έμοιαζαν σαν υπαρκτές μινιατούρες από παιχνίδια που ακολουθούν πιστά μια πεπατημένη, μια κοινή πορεία μέσα στην οποία κανείς δεν ξεχωρίζει. Όλα αυτά τα νέα παιδιά, κρατώντας ,μια συσκευή τεχνολογίας, κουνούσαν μόνο τα δάκτυλα τους πληκτρολογώντας ασύνδετα πράγματα που ενδιαφέρον εν ολίγοις δεν έχουν.
Καθώς το βλέμμα μου ταξίδευε στο χώρο όπου όλοι μας βρισκόμασταν, συνάντησε έναν νέο που και αυτού η ταξιδιάρα ψυχή δραπέτευσε ασυναίσθητα.
Κοιτάζοντας με, μια συγκίνηση διαπέρασε το ευαίσθητο νεύρο μου. Δεν μπόρεσα να δώσω μια εξήγηση και απλώς προσπέρασα, καθώς το βλέμμα μου συνέχισε να περιπλανάται μέχρι που σταμάτησε και έμεινε σκυφτό πάνω από μια κόλλα, έτοιμη να δεχτεί κάθε μου κρίση για ένα θέμα.Για μια εργασία για το πανεπιστήμιο.
Καθώς τα λεπτά έτρεχαν και τα άτομα γύρω μου πλήθαιναν, η κόλλα παρέμεινε λευκή, το μυαλό μου σταματημένο, αλλά η ερώτηση μου έντονη.Με ένα γρήγορο αλλά όχι διστακτικό βλέμμα, ζήτησα να βρω εκείνον τον νέο λίγα μόλις τραπέζια πιο κάτω.
Πριν προλάβω καν να διερωτηθώ,και να στρέψω το βλέμμα μου προς το πλήθος, είχε ήδη καθίσει στο τραπέζι μου.
"Ελπίζω να μην ενοχλώ." αποκρίθηκε, καθώς ο αναπτήρας άναψε για να του προσφέρει την πρώτη τζούρα.
"Βλέπω είσαι απασχολημένος, θα φύγω και συγνώμη" συνέχισε, ωθώντας την καρέκλα του προς τα πίσω.
"Δεν υπάρχει λόγος.Άλλωστε δεν κάνω και τίποτα" του είπα, δείχνοντας την ολόλευκη κόλλα του γραπτού μου.
Περνώντας το τυπικό στάδιο μιας γνωριμίας, ή όπως οι ψυχολόγοι θα μας έλεγαν περιστασιακοί φίλοι, συνεχίσαμε την κουβέντα μας και φτάσαμε από εκεί που η σκέψη μου, και μάλλον όχι μόνο αυτή,ξεκίνησε.
Στον άξονα "πλάτος", η συζήτηση και η παρατήρηση και των δυο μας περιορίστηκε καθαρά στην εικονική της διάσταση. Παρατηρήθηκε λοιπόν πως το μεγαλύτερο μέρος των νέων σήμερα επικεντρώνεται σε έναν διαρκή αγώνα για το "φαίνεσθαι", επιδιώκοντας την ταυτοποίηση με όλα εκείνα που φαντάζουν ιδανικά και χρήζουν ηγετικούς ρόλους. Η ουσία σήμερα (στον άξονα του "βάθους-ύψους"), είναι κάτι που δεν μοιάζει ιδανικό, απλώς κάτι μικρό ενδεχομένως και φτηνό, άδικα καλλιεργήσιμο.
Αναρωτήθηκα λοιπόν, πως η μάζα μπορεί να διασπαστεί.
Σε αυτό τοποθετήθηκε ο νεαρός, ο οποίος μου είπε, πως σημασία δεν έχει να προχωράς μόνος σου, μπορείς και να προχωράς και παράλληλα με την μάζα, αρκεί σε όλη σου την διαδρομή να μένεις αναλλοίωτος, με την έννοια του ότι θα χαράξεις μια υπεύθυνη δική σου πορεία, χαρίζοντας της το δικό σου στίγμα. Επιπλέον, σε όλο αυτό το στίγμα η ποίηση να είναι έντονη.
Βαριόμαστε γιατί δεν είμαστε ποιητές.
Σε όλον αυτόν τον κόσμο, που περιτριγύριζε το τραπέζι μας, ακουγόταν συχνά η λέξη "βαριέμαι", η πηγή της καταστροφής μιας ποιητικής ζωής.
Αναφερόμενος στην ποίηση, δεν μιλάω να ασχοληθούν όλοι με την ποίηση, αλλά να κάνουν την ζωή τους ποιητική. Δηλαδή:
Στο μεγαλύτερο φάσμα της παλιότερης αλλά και της σύγχρονης ποίησης, αναρίθμητα ποιήματα δεν ξεκαθαρίζουν αυτό για στο οποίο αναφέρονται. Ένας ποιητής προσπαθεί να θέσει τον αναγνώστη του σε μια εξερεύνηση και ερώτηση του ενδότερου του κόσμου, του ψυχικού. Έτσι, έχοντας μια ζωή να εξερευνήσουμε, το συναίσθημα της "βαρεμάρας", και ο ωχαδερφισμός της εποχής, καταπατιόνταν μιας και ο αγώνας επικεντρώνεται στην ουσία, που όσα χρόνια και αν περάσουν, σε όποιες καταστάσεις κι αν δοκιμαστεί, σε όποιες παγίδες κι αν εμπλακεί, ποτέ δεν θα παύει να είναι αρκετή ή ικανοποιητική να σταθεί αντάξια σε μια κοινωνία.
Ενώ αντίθετα με την εικόνα, παλεύεις να την χτίζεις, σαν ένα σπίτι, μόνο η διαδικασία κατασκευής του είναι κίνητρο, από την στιγμή που θα ολοκληρωθεί πλέον η μορφή του είναι τελική. Συνεπώς, έπειτα δεν υπάρχει κάτι να σε κινεί και να σε ωθεί σε για κάτι περισσότερο ανώτερο..!
Ανάμεσα σε αυτά τα δύο αντικείμενα, η ειδοποιός τους διαφορά είναι η διάρκεια απόκτησης τους. Η εικόνα μετά από ένα σημείο παραμένει στάσιμη, ενώ η ουσία μετά από ένα σημείο, επιζητείς και αναζητάς το επόμενο σημείο που μπορείς να φτάσεις...



Υ.Γ: Αυτό που μας δένει εμάς δεν θέλω να έχει όνομα, μα θέλω να έχει νόημα..

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Ασύνδετα μου στιχάκια

Παράξενη μου γνώση
μοιραία μου πνοή,
έριξα το κενό μου κορμί
να αγγίξω έναν ουρανό.

Παραδομένη μου ψυχή
άστατη μου ζωή,
έπνιξα την θορυβώδης μου σιωπή, 
να δροσίζω μια στιγμή.

Κρυμμένη μου καρδιά
κλειστά μου φτερά,
θυσίασα την καρδιά μου ξανά,
να γεμίσω με δύναμη.

Αναπάντητο μου γιατί
ανοιχτή μου πληγή,
ρώτησα αν ο άγγελος μπορεί,
να κατοικήσει στην γη.

Άμοιρο μου παιδί
παρών στην στιγμή,
δίχως απάντηση στο γιατί,
με κύκλωσες ψυχρά.

Πληγωμένη μου απουσία
ζωτική μου σημασία,
χόρεψες για την αξία,
να κερδίσεις λίγη σημασία.

Δακρυσμένο μου λουλούδι
λυπηρό μου τραγούδι,
ψιθύρισα λίγους στίχους,
να χαθώ μέσα σε τοίχους.

Ασύνδετα μου στιχάκια
μεμονωμένα μου αστεράκια,
παιδικά λόγια,
τρυφερά, ίσως και γλυκά.
Αδιέξοδος του λόγου,
η αρχή της ψυχής,
δεν ξέρω το γιατί,
δεν ξέρω πως μπορεί,
δεν έχω κάτι να σωθεί,
για αυτό κρεμάω χαρτάκια
κάτι να θυμίζουν
και να στολίζουν
τον πόνο μου,
να τα καίω
και να ζεσταίνουν 
τον δρόμο μου,
καθώς θα τον φωτίζουν,
δίχως να φοβάμαι πια
όταν το ξημέρωμα ξεκινήσει, 
όταν το σώμα ξυπνήσει,
και ο κύκλος πάλι θα αρχίσει..



Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

Τυχαίο Μονοπάτι


Τυχαία ένα βράδυ
βρέθηκα σε ένα μονοπάτι,
το ακολούθησα και πορεύτηκα
δίχως να γνωρίζω που πάω.

Τυχαία μια μέρα,
βρέθηκα στο ίδιο μονοπάτι,
περπάτησα και λίγο παραπέρα
είδα ανθρώπους που αγαπάω.

Μια βροχερή νύχτα,
αναζήτησα το μονοπάτι,
χάθηκα μες το μαύρο
κι πίσω ήρθα.

Μια ηλιόλουστη μέρα,
αναζήτησα και πάλι το μονοπάτι,
δεν βρήκα τίποτα
μόνο δάκρυα στα μάτια κάποιων.

Μια ανοιξιάτικη βροχή,
δρόσισε το μονοπάτι,
πλυθήκαν οι ψυχές
σαν να ήρθε νέα πνοή.

Είναι δύσκολο αυτό το μονοπάτι,
την μία είμαι μόνος
την άλλη μου φεύγει ο πόνος
που νιώθω κάθε βράδυ.

Είναι όμορφο το μονοπάτι,
με λουλούδια στολισμένο
και με χαρές προικισμένο,
αποτελεί διέξοδο στο βράδι.

Νιώθω ασφαλής
σαν βρεθώ στα μονοπάτια
όπου φτιάχνω εικόνες,
τα όνειρα, με κλειστά μάτια. 

Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012

Νύχτα

Νύχτα, δώσε μου
αστέρια να κοιτώ,
να πλάθω χρόνια,
να σέρνομαι στα σεντόνια,
στο βαθύ σκοτάδι 
να προχωρώ.
Νύχτα, κράτησε με,
στου φεγγαριού το φως
να φαίνομαι,
στα βήματα της να υφαίνομαι,
και στα χείλη της να κρέμομαι.
Νύχτα, κράτα τον ρυθμό,
να κάνουμε χορό,
βήματα μέσα στο λάθος,
αφού η αφορμή είναι το πάθος.
 Νύχτα, κάλυψε με τρυφερά
να χαθώ στα σύννεφα
στην λογική να βάλω φωτιά.
Κάλυψε στο κενό
όταν πέσω και χαθώ,
άφησε με ζωντανό
δίπλα της σε κάθε χορό.
Νύχτα, ξημέρωσε με 
να σε συναντήσω ξανά
σε ένα πάρτι που μόλις ξεκινά.
Μα μην ξεχάσεις,
να στολίσεις τον ουρανό
να ντύσεις την σιωπή
να αγκαλιάσεις την κραυγή,
να κοιτάς εμάς
σε ένα ταγκό ερωτικό
στον δικό σου πάντα ρυθμό.   

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Κατοικείς αλλού, μα είσαι εδώ


Βλέμμα στρέφω ψηλά
στου ουρανού την πληθωρική μοναξιά,
μα δεν σε βρίσκω πουθενά
κι όμως είσαι εδώ,
μια ζεστή ζωγραφιά στην καρδιά
μια ανάσα βαριά,
κι καθώς το δάκρυ κυλά
χάνεται μέσα στο φως,
στο διάβα της νυχτιάς στεγνώνει
μα παγώνει την ομορφιά του γύρου κόσμου,
που έπινε χαμόγελο από τα χείλη σου
και μεθούσε από τη ζάλη σου.

Είσαι εκεί, κάνεις την σιωπή γιορτή
το πόνο μου σβήνει η δίκη σου ψυχή,
που αναπάντεχα ανέβηκε
μα δεν κατέβηκε,
έχει γίνει αγγελική και αιώνια.

Λίγες στιγμές πριν χρωμάτιζες την ζωή
και τώρα ένα μαύρο πέπλο
πέφτει και σκεπάζει την υγρή σιωπή,
η οποία οδυνηρή στην γωνιά είναι λυπημένη
και τα μάτια της υγρά,
μάτια που κοιτάζουν ψηλά
μα δεν σε βρίσκουν πουθενά,
μόνο μέσα στην καρδιά
όπου βρίσκεσαι και κατοικείς τώρα πια.
Μαζί της και εγώ
για σένα
από σένα κρατάμε το πολύτιμο φυλακτό
κι σε αφήνω ένα λουλούδι
και ένα γλυκό αντίο
μαζί με δάκρυα καυτά
να σε κρατούν ζεστό
μέσα στο κρύο.
 

Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Σκέψεις του πρώτου βήματος

 Σε μια μικρή, σκούρα χειραποσκευή τακτοποίησα πληθώρα φιλοδοξιών, χρωματιστών ονείρων μου που έμελλαν να χρωματίσουν την ίδια μου την ζωή!
Κρατώντας την και με δάκρυα στα μάτια. Φιλώντας όλους εκείνους που αποτέλεσαν την αφορμή της δημιουργίας μου και της ανάπτυξη μου, χαιρετώντας του, έφυγα!
Μερικές ώρες μετά, περνώντας χωριά, πόλεις, σύνορα, χωριά, πόλεις έφτασα στον προορισμό μου! Στάθηκα στην μέση ενός πάρκου, αποπροσανατολισμένος σε μια άγνωστη κοινωνία, σε μια άγνωστη γλώσσα, σε άγνωστα πρόσωπα! Κάθισα κοντά στο συντριβάνι που έστεκε κομψό και μεγαλοπρεπές στη μέση του πάρκου. Ζωηρά έβρεχε ότι είχα περικλείσει στην αποσκευή μου, και ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε νοερά στο πρόσωπο μου, όχι πως όλα καλά θα πάνε, αλλά γιατί θα παλέψω να πάνε όλα καλά!
Στεκόμουν μπρος από το συντριβάνι, σαν ερωτευμένος ποιητής, σαν ανόητος φιλόσοφος, σαν ξέγνοιαστο παιδί!
Στεκόμουν και σχεδίαζα ανάγλυφα τους σκοπούς μου, ένα μέρος της ζωή μου, που ήθελα να αποτελέσει όλα αυτά που σήμερα εξακολουθώ να θέλω!
Μετανάστης της στιγμής, ονειροπόλος της ζωής, ταξιδευτής μιας πληγής...
Κλείνοντας στα δυο μου μάτια σειρά ετών και περικλείοντας πληθώρα αναμνήσεων, ανοίγοντας τα βρέθηκα αντιμέτωπος με μια νέα τάξη πραγμάτων, η οποία με καλεί να την αντιμετωπίσω ως ένα με εμένα και όχι ως απέναντι από μένα.
Σκέφτηκα καθώς καθόμουν στο παγκάκι, πώς δεν αξίζει να βρίσκεσαι αντιμέτωπος με μια κατάσταση για να την νικήσεις. Πρέπει να γίνεις ένα μαζί της, να την αισθανθείς ως κομμάτι του ίδιου σου του εαυτού, του ίδιου σου του πόνου, γιατί έτσι μαθαίνεις της αδυναμίες που ενδυναμώνεις, τα λάθη που διορθώνεις, την σιωπή που μιλάει.
Έτσι, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, την χειραποσκευή μου, τις πρωινές ακτίνες του ήλιο βάδισα στην έξοδο του πάρκου, όπου λίγα μέτρα μακριά βρισκόταν η πύλη του πανεπιστημίου μου. Την πέρασα, χαμογέλασα και αισθάνθηκα το όνειρό μου να κρούει την θύρα της πραγματικότητας, της πραγματοποίησης του ονείρου μου!
Χαμογελώντας και προσπαθώντας, γινόμενος ένα με το όνειρο μου πορεύομαι δίχως να διεκδικώ ένα όνειρο, αλλά διεκδικώ την πραγματικότητα εμπλουτισμένη από το όνειρό μου!


Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Καράβι




Η μέρα ηλιόλουστη
μα η θάλασσα αγριεμένη
κανείς δεν βάζει πλώρη
κανείς δεν βγαίνει στα ανοιχτά,
παρά μόνο εγώ
μες στα κύματα
πάλι να βγω ζωντανός προσπαθώ.
Ένα αστέρι κρατώ και ένα καράβι,
καράβι ξύλινο, μικρό και άχρωμο,
μου κλέβει τις στιγμές
και γίνεται αθάνατο.
Στην μέση του ωκεανού
παλεύουμε με σώμα και ψυχή
οι άνδρες του καραβιού.
Έχουν το νερό σύμμαχο
μα τα κύματα εχθρό,
που να πάω να κρυφτώ?
Άχρωμο μικρό μου καραβάκι
αθάνατο στην χώρα των θνητών
απόψε σε χαιρετώ,
βουτώ στα κύματα
κρατώντας ένα πανί
γεμάτο συναισθήματα,
και με μια κούπα γεμάτη κρασί
σε χαιρετώ.
Καλό σου ταξίδι καράβι ξύλινο
Καλή ζωή άνδρες γενναίοι,
Βαμμένο κόκκινο πανί
Πετάγομαι στα κύματα,
Ένα άρωμα μια ανάμνηση σήμερα.     

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Επιλογή ή δεδομένο?

Ηλιοφάνεια και ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το κορμί μου είναι βρεγμένο. Εκτεθειμένο στις ακτίνες του ήλιο, στα καυτά του αγγίγματα, το σώμα μου είναι βρεγμένο. Έμαθα στο βάθος των στιγμών ότι δεν είναι ο καιρός που ζεσταίνει, είναι η ζωή που φλέγεται!
Στις υγρές μου παλάμες ένιωσε ένα στεγνό άγγιγμα, ένα χαρτομάντιλο περιτριγύρισε απαλά την μία μου παλάμη. Δυο διαπερατά ματιά, ένα καθαρό βλέμμα και ένα χαμόγελο αληθινά φτιαγμένο πρόσφεραν ένα χαρτομάντιλο την στιγμή που το χρειάστηκα.
Στην αρχή έθεσα ερωτήματα στον εαυτό μου, αμφισβητώντας τον άνθρωπο σε όλες του τις πτυχές. Καταφέρνοντας να σκουπίσω το βρεγμένο μου κορμί, να δανειστώ την ζέστη του ήλιο και το οικείο χαμόγελο της νεαρής κοπέλας, βρέθηκα καθισμένος μαζί της λίγα μέτρα παραπάνω, σε μια σκιά ενός πλάτανου να συζητάμε..
Η βροχή που σκέπασε το μυαλό μου, μούσκεψε το κορμί μου, αντικαταστάθηκε από μια ηλιοφάνεια άκρως δυνατή, ένα χαμόγελο άκρως ζεστό! Η ανθρωπιά είναι από τα μεγαλύτερα στοιχήματα της σημερινής εποχής. Στόχος κάποιου ανθρώπου ερχόμενος από ένα υγρό περιβάλλον (αμνιακός σάκος) σε ένα ξηρό και ζεστό περιβάλλον (κόσμος), είναι να ανορθώσει μια προσωπικότητα η οποία θα τον χρήσει ως Άνθρωπο!
Ένα από τα στοιχήματα αυτά παίζουν καθημερινά παιχνίδια στα στενά μονοπάτια του μυαλού μου.
Μπορείς να σκαρφαλώσεις μια σκάλα, όχι αν είναι από καλό υλικό ή άρτια δομημένη, αλλά αν πραγματικά θες να φτάσεις στην κορυφή. Σε εκείνη που η σκάλα σταματά!
Η δική μου σκάλα, έχει κορυφή την ανθρωπιά, σκελετό τον άνθρωπο και υλικό την θέληση μου.
Είναι άδικο και μη ανθρώπινο, να παλεύεις και να αγωνίζεσαι σε μια παρτίδα μόνος σου για εγωιστική καταξίωση!
Σημαντικό και ειδοποιός διαφορά στους ανθρώπους από τα άλλα πλάσματα, είναι η ικανότητα να διαλέξει στρατόπεδο, του ανθρώπου ή του Ανθρώπου. Μιας και τα υπόλοιπα πλάσματα έχουν προδιαγεγραμμένες ικανότητες, για παράδειγμα η κότα, γεννιέται με σκοπό την παραγωγή αυγών και την προσφορά της σε ένα Κυριακάτικο και μη τραπέζι. Αυτό. Δεν έχει την ικανότητα να επιλέξει άλλα πράγματα!
Ενώ, από την άλλη πλευρά, το μωρό που μόλις έχει αρχίσει να μεγαλώνει, μπορεί να διαλέξει, ανάμεσα στον Άνθρωπο και στον άνθρωπο. Στην πρώτη λέξη βάθος έχει η ανθρωπιά σε όλη της την διάσταση. Ενώ στην επόμενη, απλώς δανείζεται τον όρο και πορεύεται στον χρόνο, κυνηγώντας μια προσωπική θέση, αρνούμενος να ρίξει το βλέμμα, σε ένα κορμί που καίγεται, σε μια καρδιά που πονά, δε δυο χείλη που γελούν, σε δυο μάτια που μιλούν, σε έναν άνθρωπο που ζητάει!

Είναι δύσκολος καιρός για Ανθρώπους ή είναι δύσκολο οι Άνθρωποι στον καιρό αυτό??


Υ.Γ.: Ο πρόλογος του κειμένου αναφέρεται λογοτεχνικά στην γέννηση ενός μωρού, όπου από ένα υγρό περιβάλλον καταλήγει σε ένα πιο ζεστό και ξηρό. Το μόνο που δέχεται είναι ένα μαντίλι, η προσφορά της οικογένεια του στην διαμόρφωση της προσωπικότητας του, στο χέρι είναι λοιπόν πως θα αξιοποιήσει αυτό το χαρτομάντιλο, αν θα σκουπιστεί ή αν θα περιμένει από τον ήλιο να στεγνώσει.

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Ακόμα

Ακόμα κι αν πεις θα΄μαι εδώ
ακόμα κι αν ποτέ δεν έρθεις
θα είμαι να σε καρτερώ
μια ευχή σε ένα αστέρι να πέσει.

Ακόμα και αν πεις καληνύχτα
ακόμα κι αν ποτέ δεν ξημερώσει
θα΄μαι φύλακας στα όνειρα μες την νύχτα
τριαντάφυλλα σε έναν δρόμο που θα στρώσει.

Ακόμα κι αν πεις Σ' αγαπώ
ακόμα κι αν δεν σε πιστέψω
θα' χω τον ψίθυρο μυστικό
μια λέξη, ένας αγώνας να τρέξω.

Ακόμα κι αν όσα θες
ακόμα κι αυτά που φοβάσαι
θα' μαι οι μνήμες να καις
ένα ποίημα να λες.

Ακόμα κι αν χάσεις
ακόμα κι αν πονέσεις
στεφάνι δάφνες θα χεις
μια εικόνα, μια πνοή να πιάσεις.

Ακόμα κι αν τρέξεις
ακόμα κι αν πέσεις
θα γίνω ομίχλη να κρυφτείς
μια αγκαλιά να κοιμηθείς.

Ακόμα και αν δεν θες
ακόμα κι αν με θες,
θα μαι πάντα κοντά
ένας άνθρωπος, ένας φίλος, μια καρδιά.

Ακόμα και πεις φύγε
ακόμα και αν με πετάς
δεν φεύγω, δεν θέλω
ένα όνειρο να σκορπάς.

Ακόμα... με φιλάς
ακόμα... με ζητάς
είμαι εδώ να με χτυπάς
ένας βράχος με αγάπη
της καρδιάς.

Ακόμα ....
ακόμα ....
Ακόμα στέκω εδώ
μια γωνιά που γυρνάς.
Ακόμα είμαι εδώ
ένας άντρας σκληρός.
Ακόμα είμαι εδώ
αστέρι μου,ο ουρανός

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Η ζωη μιας συνήθειας

"Πέρασε να πάρεις τα πράγματα σου". Ένα μήνυμα που έφτιαξε την ημέρα. Ή μήπως την κατέστρεψε? Μπορεί τελικά να ήταν και για καλό, θα φανεί.
Καθ όλη την διάρκεια της ημέρας, ώσπου να τελειώσω την δουλειά μου και να μπορέσω να πάω στο σπίτι της, είχα συνέχεια στο μυαλό μου και υποσυνείδητα έκανα πρόβες (μάλλον) για το ποια θα έπρεπε να είναι η συμπεριφορά μου όταν την δω. Να είμαι απόμακρος, να πάρω το "καπελάκι" μου και να φύγω ή να είμαι πιο φιλικός?
Στο διάλειμμα από την δουλειά μου, πήρα έναν καφέ, αυτήν την φορά τον θέλησα γλυκό. Είχα την εντύπωση πως αν γευστώ κάτι αντίθετο του συναισθήματος της πίκρας, πως θα γλύκανε και αυτό. Μάλλον ψευδαίσθηση. Προτίμησα να τον αφήσω και να επιστρέψω πίσω στην δουλειά.
Ακόμα δυο ώρες και μετά η συνάντηση. Ο χρόνος περνούσε σχεδόν αστραπιαία, μιας και το μυαλό μου ταξίδευε σε μονοπάτια και καλντερίμια, όμορφων και μη στιγμών μαζί με την αγαπημένη μου. Ταξίδευε γρήγορα, και νόμιζα ότι ήθελε να κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν ώστε να καταλάβω την αξία της. Μετά μου φάνηκε σαν αξιολόγηση, και πως προσπάθησα να βρω απαντήσεις σε πράγματα ωραιοποιώντας  την, αυτήν και την συμπεριφορά της. Αλλά μετά είπα στον εαυτό μου "Δεν βαριέσαι.? δόθηκες και δέθηκες συναισθηματικά με ότι λάθη και πάθη, ελαττώματα και προτερήματα, τάσεις και εντάσεις είχε. όποτε θα άξιζε.
Η ώρα έχει περάσει. Ήρθε η ώρα να φύγω από την δουλειά. Καθώς βάδιζα για το σπίτι της, συνάντησα μια κυρία που πουλούσε τριαντάφυλλα. κόκκινα, το χρώμα του πάθους, το αγαπημένο της. Δίχως καμία σκέψη, σχημάτισα μια ανθοδέσμη δέκα κόκκινων τριαντάφυλλων και τα πήρα. Μετά όμως σκέφτηκα το "γιατί", "ποιος ο λόγος" "πρέπει". Πρέπει να εκτιμάμε εκεινους που μας έκαναν να βιώσουμε ευτυχισμένες στιγμές, να τα ευχαριστούμε και με ένα απλό, ακόμα, και φιλί να τους δίνουμε την σημασία και να τους αναγνωρίζουμε την αξία που έχουν στην απλή καθημερινότητα μας.
Ήμουν έξω από το σπίτι της, την κατοικία της. Δίστασα. Φοβήθηκα. Δάκρυσα. μα προχώρησα. έφτασα. δεν χτύπησα κουδούνι. άνοιξα και μπήκα.
"έφτασα" καμία αντίδραση.
Κάνοντας ένα μπάνιο πήρα το κινητό μου στα χέρια και ξαναδιάβασα το μήνυμα.
"Αγόρι μου, πέρασε να πάρεις τα πράγματα σου από το σπίτι, τα έστειλαν σήμερα με το ταχυδρομείο.Η μαμά".

Υ.Γ.: Ο χαμός είναι μια απόφαση που αργεί αρκετά να παρθεί. Στην αρχή δεν συμβιβάζεσαι, ίσως και να φοβάσαι γιατί πλέον έχεις χάσει αυτό το "πάντα θα είμαστε μαζί". έτσι και ο ήρωας της ιστορίας, έχοντας περάσει ακριβώς δέκα μήνες, η πληγή ακόμα αιμορραγεί. Μπορεί να επουλωθεί? Μένοντας πιστός στη αξία της αγάπης και της φροντίδας, συνεχίζει την προσπάθεια να κρατήσει ζωντανή μια ανάμνηση. έτσι ο ήρωας μου, έμεινε πιστός, κατάφερε πολλά πράγματα στην ζωή του. Κάνοντας μια οικογένεια, μα ποτέ δεν ξέχασε. Αντίθετα τήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει στην αγαπημένη του. "Χαμογέλα και να είσαι ευτυχισμένος με ότι θα έκανε εμάς", και αυτό ήταν η φροντίδα στην αιτία που την πήρε μακριά του. Οπότε έγινε ιδρυτής ενός οργανισμού ενάντια στον καρκίνο του μαστού.

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Θέλω (Λόγια μιας φορτισμένης στιγμης)

Θέλω μια ομίχλη αν χαθώ
και σαν μια σκέψη να ξεχαστώ.
Θέλω ένα καράβι να σαλπάρω
και μια αγκαλιά για να μπαρκάρω.
Θέλω το πάντα να το ζήσω
και στο το ποτέ να πατήσω.
Θέλω μια αμαρτία να την κάνω
και ας ξέρω πως θα πεθάνω.
Θέλω κόκκινα χείλη,
απέναντι στα δικά μου,
μια μουσική παρέα
και μια κολόνια στον αέρα.
Θέλω... Θέλω....
Θέλω δυο κουβέντες πιο πολύ να πω
σαν το τραίνο χάσεις μην πεις τίποτα,
μην ασχοληθείς, γιατί έφυγε. Πάρε ένα άλλο.
όπως επίσης και
σε κάθε μου στιγμή
έχω δική μου κρίση,
μην με πνίγεις,
μην με πουλάς,
μόνο να γελάς,
γιατί ξέρουμε
ότι μαλάκας δεν υπήρξα,
μα στάθηκα εκει
σαν να 'μουν.....
οπως ημουν.



Υ.Γ.:
Είναι η εκτίμηση βαριά,
λίγοι την σηκώνουν.
Άλλους τους λυγίζει και την πετούν,
και αλλοι την κουβαλούν και φαίνεται..

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Πάντα και Ποτέ

Πάντα και ποτέ, δυο χρονικά επιρρήματα. Το πρώτο σου δίνει την ελπίδα, την προσμονή, την ευτυχία που ίσως να κρατήσει για καιρό.Ενώ το δεύτερο επίρρημα, σου αποτρέπει την γέννηση οποιασδήποτε ελπίδας, μιας και παγώνει το συναισθηματισμό και εν τέλη το σκοτώνει ώστε να χαθεί στα βάθη του χρόνου.
Πάντα ή ποτέ? Πόσο να διαρκεί το καθένα από αυτά?
Είναι το πάντα μια ζωή? Και αν ναι, ποιανού? Γιατί η αγάπη λένε θα κρατήσει για πάντα (στα ζευγάρια), μα κάποτε, κάποιος ίσως να φύγει. Τότε? Μένει ο άλλος να παλεύει για το πάντα, το οποίο έχασε την σημασία του? Ή περνάει στο ποτέ ξανά μαζί?
Είναι δύσκολος ο δρόμος του χωρισμού. Δυστυχώς δεν είναι "Παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω", είναι περισσότερα. Πάνω από όλα είναι η στιγμή που το "Πάντα" γίνεται "ποτέ", ή μήπως όχι?
Είναι η στιγμή που ο πόνος που υποσχόταν πως ποτέ δεν θα σου έδινε, γίνεται πόνος που νομίζεις θα κρατήσει για πάντα. Βασικά θα κρατήσει καιρό, αλλά μετά δεν θα μείνει πόνος, θα μείνει σημάδι να σου θυμίζει ότι έχεις ζήσει κάποτε μαζί του, μαζί της, μαζί με εκείνον τον άνθρωπο που εσύ επέλεξε. γιατί η κάθε αγάπη, και οι ιδίως οι πιο έντονες, είναι σαν ένα βαθύ κόψιμο. Στην αρχή πονάει, ώσπου τελικά γίνεται ένα σημάδι.
Τις πρώτες μέρες του χτυπήματος, ο καθένας τις βιώνεις διαφορετικά. αλλά όποιο και να είναι το χτύπημα δεν παύει να πονά. Αν κάποιος ξέρει από πρώτες βοήθειες ίσως να επουλώσει σύντομα το τραύμα του, διαφορετικά θα χρειαστεί χρόνος. Χρόνος. Ο μόνος μάλλον που ορίζει το "πάντα" και τ "πότε", είναι εκείνος που δεν μοιράζεται ανάμεσα τους αν και τα δυο επιρρήματα αναφέρονται σε αυτόν, είναι εκείνος μάλλον που τα ορίζει απόλυτα. Γιατί είναι ο μόνος που δείχνει την κατεύθυνση στο "πάντα" ή στο "ποτέ" να γίνει "ποτέ" ή "πάντα" αντίστοιχα.

Πάντα.. Ποτέ.. Πόσο βαστάει ένα πάντα? Πόσο βαστάει ένα ποτέ? Πόσο βαστάει το καθένα από αυτά όταν ζεις μέσα στα όνειρα σου και πόσο έξω από αυτά?
Είναι όλα μια απόφαση. Δεν υπάρχει "πάντα" και "ποτέ", υπάρχει μόνο το χθες, το σήμερα και το αύριο. με σημαντικότερο το σήμερα, είναι εκείνο που ζει ο καθένας μας τώρα. Τώρα που γράφω. Τώρα που χαμογελάω. Σε λίγο που εσείς θα το διαβάσετε και μετά θα χαθεί. Για πάντα? όχι. δεν υπάρχει.
Το τέλος, λοιπόν, σε μια σχέση δεν υπάρχει ούτε και αυτό, γιατί όπως και με τον ομφάλιο λώρο μπορεί το παιδί να αποκόπτεται από την γυναίκα-μάνα του, αλλά η σύνδεση τους θα είναι στενή για χρόνια, όσα και αν περάσουν. Έτσι και στην σχέση, σε όποια σχέση, για χρόνια θα υπάρχει κάτι που να σε συνδέει, και αυτό είναι κυρίως οι αναμνήσεις που έχεις από την σχέση αυτή. Μπορεί να είναι σημάδι μπροστά στο στέρνο σου ή και πίσω στην πλάτη, η θέση έχει μεγάλη σημασία. Γιατί το να βρίσκεται στο στέρνο σου σημαίνει ότι μια ανάμνηση θα σε κυνηγάει μέχρι να φύγεις από την ζωή μιας και έρχεσαι σχεδόν καθημερινά σε επαφή μαζί του μέσω του καθρέπτη σου. ενώ αν είναι στην πλάτη η επίδραση του είναι σχεδόν αμελητέα, μιας και η επαφή μαζί του είναι επιεικώς ανέφικτη...
Σχέσεις που δεν τελειώνουν, το "πάντα" που δεν υπάρχει, το "ποτέ" που δεν υφίσταται (ουσιαστικά). Μα όλοι μας τα επικαλούμαστε συχνά. Τελικά είμαστε γελασμένοι και πεπεισμένοι πως δεν θα φύγουμε ποτέ από τον κόσμο αυτό..!



Υ.Γ.: Υπό άλλες συνθήκες και φυσικά υπάρχει το "πάντα", για παράδειγμα ένας πολιτισμός (ο ελληνικός), ο οποίος είναι διαχρονικός και όσο ακούγεται και μελετάται θα κρατείται και ζωντανός για πάντα, όπου και αν φτάνει αυτό το πάντα.....



Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Δεν φοβάμαι όταν σκοτεινιάζει



Αυτό το μαύρο σημάδι στον ορίζοντα
είναι από το πληγωμένο φεγγάρι
που κρύφτηκε στην ανάσα τ’ ουρανού.
Ετούτο το μαύρο σημάδι στο χιόνι
 είναι από το πληγωμένο μου όνειρο
 που κρύφτηκε στον ίσκιο της ψυχής μου.
Σήμερα όμως δραπέτευσα από τον ίσκιο μου,
φτερούγισα ελεύθερα σε τοπία της ψυχής μου,
παίρνοντας την ανάσα  των λουλουδιών
ξέπλυνα το πρόσωπο μου.
Έκλεψα το χαμόγελο μου από τον ύπνο ενός παιδιού
 και σκέπασα την γύμνια μου
μαζεύοντας σκόρπια φύλλα από τα όνειρά μου
και άναψα φωτιά στη ακροθαλασσιά
 όπου σχεδόν όλη μου τη ζωή την πέρασα εκεί,
κράτησα ένα κοχύλι και ονειρευόμουν τον ωκεανό.
Ένιωσα έτοιμος να πέσω στα κύματα
όταν ένα θαλασσοπούλι μου ψιθύρισε στην καρδιά :
«Μου παράγγειλε η ζωή να σου δώσω ένα φιλί."
 Ένα μικρό ψαροκάικο είναι η ζωή μου,
 ένα μικρό και φθαρμένο καΐκι
 που έχει φεγγάρια στο κατάρτι
 και έναν ξεφούσκωτο αλήτη ήλιο για τιμονιέρη.
πάει καιρός από τότε που αφέθηκα
στα ελπιδοφόρα κύματα για τελευταία φορά,
πάει καιρός από τότε που αντίκρισα άνθρωπο
πάει καιρός από τότε που προσευχήθηκα
 στην συντροφιά ενός ατόμου, κι είπα :
 «Μακάρι να βρισκόταν τώρα κάποιος δίπλα μου,
να μου ζεστάνει τα χέρια.
Μακάρι να ερχόταν κάποιος άνθρωπος
 κι να μου πει ψιθυριστά ‘μη φοβάσαι’»,
 κι εγώ να σύρω τα δάχτυλά μου στο πρόσωπό του
και να πιάσω το σχήμα του χαμόγελού του,
να αρπάξω λίγο από το σχήμα του κόσμου.
Μα ξερά σκόρπια φύλλα οι ευχές μου,
κάποια μου τα πήρε ο άνεμος μακριά
κι με άλλα άναψα φωτιά να ζεσταθώ.
 Κάνει τόση παγωνιά
στην μαυρισμένη χώρα της μοναξιάς,
 κι η ταξιδιάρα ψυχή μου
ρίχνει τα όνειρά μου στην φωτιά
για να ζεσταθεί τις νύχτες
 που το μαύρο φως της
με κάνει να μαζεύω πολύχρωμα χαρτάκια
και να βάζω ουρές στα όνειρά μου, για να’ ναι εύκολα
όταν ο άνεμος θα τα παίρνει μακριά,
όταν η φωτιά θα τα καίει δίχως λησμονιά
 όταν η παγωνιά θα τα θάβει βαθιά,
όταν η νύχτα θα τα αφήνει στου φεγγαριού την σκιά
 όταν όλοι τους ξεχνάνε,
για μένα,  ευτυχώς που ξέχασε
 η αυγή όλα τα χρώματά της
στην ψυχή μου,
έτσι τώρα πια
δεν φοβάμαι όταν σκοτεινιάζει.

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Σπόρος



Στη χούφτα μου κρατώ
ασχημάτιστους σπόρους
στον καλοσυνάτο κόσμο, τριγυρνώ
ψάχνοντας γόνιμους χώρους

Γυρεύω χώρο για σπορά
ακόμα κι μες την πόλη
μα βγήκε η χώρα στην αγορά
και πιάστηκαν κι αυτοί στην απόχη

Με όσους απέμειναν
ταξίδεψα σε ένα έφορο χωριό
μα κι από εκεί έλειπαν,
ξεπουλήθηκαν για ένα φθηνό παγωτό.

Ο χρόνος περνά
και οι σπόροι θα μαυρίζουν
όσοι ρίζωσαν στην καρδιά
εκεί θα ανθίσουν

κι αν δεν βρήκα χωράφι
μήτε ανθρώπους να τους φροντίζουν
κι αν ‘γιναν τώρα οι σπόροι πλάνη
ποτέ δεν θα πάψουν όνειρα να χτίζουν.