Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Σπόρος



Στη χούφτα μου κρατώ
ασχημάτιστους σπόρους
στον καλοσυνάτο κόσμο, τριγυρνώ
ψάχνοντας γόνιμους χώρους

Γυρεύω χώρο για σπορά
ακόμα κι μες την πόλη
μα βγήκε η χώρα στην αγορά
και πιάστηκαν κι αυτοί στην απόχη

Με όσους απέμειναν
ταξίδεψα σε ένα έφορο χωριό
μα κι από εκεί έλειπαν,
ξεπουλήθηκαν για ένα φθηνό παγωτό.

Ο χρόνος περνά
και οι σπόροι θα μαυρίζουν
όσοι ρίζωσαν στην καρδιά
εκεί θα ανθίσουν

κι αν δεν βρήκα χωράφι
μήτε ανθρώπους να τους φροντίζουν
κι αν ‘γιναν τώρα οι σπόροι πλάνη
ποτέ δεν θα πάψουν όνειρα να χτίζουν.

Βουτιά στο ταξίδι

Χάνομαι. Χάνομαι μέσα στα όνειρα και στα σύννεφα του ουρανού. Βρίσκομαι για λίγο χαρούμενος, ίσως και ευτυχισμένος, κι αυτό γιατί εδώ έχω βρει τον δικό μου κόσμο, έχω βάλει τις δικές μου πινελιές και τα αντικείμενα που πραγματικά αγαπώ. Λείπουν από εδώ όλοι εκείνοι που με λένε τρελό, εκείνοι που δεν δέχονται ή και δεν μπορούν να δημιουργήσουν κάτι δικό τους και κρίνουν το δικό μου, ίσως για να έχουν με κάτι να ασχολούνται και να αφήνουν για λίγο στην άκρη την κατά τα άλλα γεμάτη καθημερινότητα τους, η οποία στην πραγματικότητα είναι άδεια και τις περισσότερες φορές ανούσια. Βρίσκουν αντικείμενα και μοδάτες ασχολίες, κάποιες από εκείνες που ακούνε στον κύκλο τους, με μοναδικό σκοπό να καλλιεργήσουν την άγουρη καθημερινότητα τους, με εργαλεία που πολλές φορές δεν αγαπούν.
Την περασμένη νύχτα, αναζήτησα μέσα στους στίχους ενός πολύ αγαπημένου κομματιού μου ένα κενό, όχι για να εισαχθώ εκεί γεμίζοντας το δικό μου, αλλά για να κρυφτώ και τα ταξιδέψω. Κάπου εκεί, ανάμεσα στις νότες του πενταγράμμου, συνάντησα μια θεσπέσια παρουσία, η οποία έμφοβη ζητούσε μια γωνιά για να κρυφτεί από το αδιέξοδο που κάποιοι την είχαν βάλει.
Αρχικά, δεν ρώτησα ούτε πώς αλλά ούτε γιατί βρέθηκε εκεί. Απευθύνθηκα στον ενικό – τι κι αν δεν είναι ευγενικό, ένιωθα μέσα μου μια οικειότητα- ζητώντας να κάνει λίγο χώρο για να κάτσω κι εγώ. Αν κι η λατρεία για αυτό το κομμάτι είναι ότι για τον καθένα ο θεός του, ήταν η πρώτη φορά που δεν ψέλλισα λίγα από τα λόγια εκείνου του κομματιού, αλλά άφησα το βλέμμα μου να χαθεί στο αντίστοιχο της διπλανής μου, να χαθεί μέσα στα γαλανά της μάτια που κοίταζαν μελαγχολικά το μέλλον, το κι αν άγνωστο, εκείνη μάλλον είχε τις πηγές της και κάτι παραπάνω γνώριζε.
«Λόνα. Δεν συστηθήκαμε. Συγνώμη!» κι έτσι, σταμάτησε το ταξίδι μου στα βάθη των ματιών της.
«Έχετε δίκιο, εγώ συγνώμη, απλώς δεν θέλησα να σας ταράξω κι να σας σταματήσω τις σκέψεις».
Κι όμως δεν συστήθηκα –σίγουρα όχι από αγένεια- ίσως το ξέχασα λόγω ανώμαλης προσγείωσης. Όποιος όμως και αν ήταν ο λόγος σίγουρα δεν ήταν ένα όνομα αναγκαίο να εμποδίσει μια νέα γνωριμία.
Η Λόνα ήταν μια πανέμορφη κοπέλα από το Μαρόκο, η οποία από δυο χρόνων – όπως μου είπε- μεγάλωνε παράνομα στην Ελλάδα, χωρίς γονείς, μόνο με τον θείο της, ο οποίος για να νομιμοποιηθεί η Λόνα στην χώρα της γλυκιάς θάλασσας, ήθελε να την δώσει σε μια πλούσια οικογένεια για οικιακή βοηθό, η οποία θα ερωτευόταν κατόπιν το αφεντικό της και στην συνέχεια η λοιπή ιστορία, που διαδραματίζεται κάθε τόσο στα διάφορα προβαλλόμενα της τηλεόρασης. Να δώσει μια ακόμα ασχημάτιστη ψυχή, να σκλαβώσει κάτω από τον ζυγό ενός οικονομικά ανεξάρτητου άνδρα διάφανα όνειρα και φιλοδοξίες, που ποτέ δεν θα πραγματοποιούνταν γιατί θα γινόταν το απόλυτο εργαλείο σε έναν ακόμα –σίγουρα όχι- άνθρωπο που απροκάλυπτα θα έκθετε την ισχύ του.
Μόλις ανακοινώθηκε αυτό στην Λόνα, σαν να είναι υπουργική επιστολή ή πακέτο νέων οικονομικών μέτρων, οι αγνή αυτή κοπέλα ζήτησε καταφύγιο στη σκεπή ενός κτηρίου, απέναντι από εκεί που πραγματοποιούταν η συναυλία. Στου τραγουδιού τις νότες, στο οποίο έκρυψε το στητό της κορμί, μου αποκάλυψε, πως βρίσκει ελπίδα και πως είναι η μόνη της ανάμνηση από το Μαρόκο, όπου στις φτωχογειτονιές του το τραγουδούσε μαζί με τις φίλες της κάνοντας όνειρα και ευχές στα αστέρια για την ζωή τους, μια ζωή σίγουρα διαφορετική από αυτήν που προόριζε για την Λόνα ο αγαπημένος θείο της.
«Ξεκινάμε?» με ρώτησε, ενώ ένα επαναστατικό τραγούδι έκλεινε την συναυλία των φίλων μου, αυτοί που μελοποίησαν  στίχους, οι οποίοι γραμμένοι από πόνο κι αγανάκτηση, υπομονή κι ελπίδα, έγιναν πια εμπορικά λεφτά σε ανθρώπους που διψούν για δόξα και πεθαίνουν χωρίς αυτήν. Στις λέξεις αυτών των μελοποιημένων κειμένων, κρύβεται η όλη μου σύνθεση, τα όνειρα μου, η ζωή μου, το εγώ μου. Δεν ζήτησα ούτε φώτα ούτε λεφτά, μόνο να ακούσω κάτι . . . .
«Ευχαριστούμε . . . . »  ακούστηκε από τα ηχεία, αυτό ήθελα να ακούσω, όμως πιο προσωπικό, όχι τόσο αόριστο.
Κι μετά από κάποια λεπτά στα όποια κάθεσαι αμίλητος και ακίνητος, προσμένοντας την όποια προσωπική ή όχι αναγνώριση, η οποία στην τελική ποτέ δεν έρχεται, προσγειώνεσαι στην πραγματικότητα και σε εκείνα που σου φάνηκαν πως σταμάτησαν για λίγο,
«Πάμε! Τώρα!» αυθορμητισμός; Ανάγκη για φυγή;  Μάλλον είχα στο μυαλό μου μια κατάληξη αυτής της νύχτας, με την όμορφη αυτή ύπαρξη. Εκείνη την στιγμή μου αρπάζει το χέρι και κυριολεκτικά με σέρνει στον δρόμο, αφού βγήκαμε αλώβητοι από το κτήριο χωρίς να έχουμε κάπου χτυπήσει, αρχίζει να τρέχει, υποσυνείδητα ακολούθησα κι εγώ.
«Για πού το βάλαμε?» ρωτώ με όσες ανάσες μου έχουν απομείνει από το   στα πρότυπα ολυμπιάδας τρέξιμο.
«Για την ζωή, φίλε μου» γεμάτο ενθουσιασμό η απάντηση της και μάλλον  με κρυφά χαρτιά το παιχνίδι της, στο οποίο μάλλον γίνομαι συμμέτοχος ή ανταγωνιστής; Συνεργός ή εχθρός; Μάλλον συνοδοιπόρος της Λόνα.
Κι έτσι βρίσκομαι για ακόμα μια φορά στον δρόμο.
Ήταν ίσως και η μοναδική φορά που δεν φοβήθηκα το άγνωστο, και ήταν η πρώτη φορά  που άφησα τον εαυτό μου έρμαιο στα χέρια κάποιου ανθρώπου. Νομίζω, πως υπάρχουν στιγμές της ζωής μας στις οποίες η επέμβαση ενός ατόμου ή –ακόμα- και κάπου πράγματος, μας ωθεί στο να κάνουμε καινούργια πράγματα και να ανακαλύψουμε ακόμα καλύτερα τον εαυτό μας. Στιγμές που θέλουμε μια αφορμή για να βγούμε από το λήθαργο, μια αφορμή για να λάβουμε ξανά συμμετοχή στο παιχνίδι της ζωής. Στην προκειμένη φάση η Λόνα, αποτελεί αφορμή για φυγή, σαν δώρο Θεού και σαν χαμόγελο της ζωής, η οποία δεν μου φέρθηκε με τον καλύτερο τρόπο, ήρθε να θυμίσει πως η ζωή ζητά την δράση μας και όχι την ύπαρξη μας μόνο.

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

δεν υπάρχει παραίτηση

Ολοφώτεινο σκηνικό το πάρκο στο τέλος της πόλης. Μορφές χαρούμενες, φωνές ξεκούραστες και σώματα ξέγνοιαστα να σκορπίζουν απλόχερα γέλιο και γλυκιά φασαρία, στα αυτιά μου μια παιδική αρμονία. Στο τελευταίο παγκάκι του πάρκου, κρατώντας ένα πλαστικό ποτήρι με τον αγαπημένο μου καφέ και ένα τσιγάρο που ανάβω, παρατηρώ τον αυριανό κόσμο. Τα πλασματάκια, σήμερα, που θα κληθούν, αύριο - μεθαύριο, να στελεχώσουν τον κορμό της χώρας. Σήμερα κυνηγάνε την χαρά, το παιχνίδι, την ελευθερία. Αύριο? Τι θα κυνηγάνε? Μια καρέκλα στο δημόσιο τομέα? Μια βολική θέση? Τι? Μάλλον θα ζητάνε πολλά, μα θα αναγκαστούν να συμβιβαστούν. Κάτω από μια απρόσωπη κοινωνία να κρύψουν τα όνειρα τους, τις πεποιθήσεις τους, φιλοδοξίες, ελευθερίες και σκέψεις, θα αναγκαστούν να ακούσουν πολλά και να τα ακολουθηθούν.
Μου εικόνα του παρελθόντος εισέβαλε στην μνήμη μου:
"Η κόρη μου είναι καλή στα αγγλικά. Καθηγήτρια αγγλικών την βλέπω σε κανένα σχολείο, και όλα μια χαρά!" και το χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της μητέρας της Αλεξάνδρας,μια κοπέλα γύρω στα δεκαεπτά.
Ένα κλάμα διέκοψε την εικόνα και σβήνοντας το τσιγάρο, παρατήρησα ότι κάποιος ερχόταν προς την πλευρά μου. Μια νέα όμορφη μελαχρινή κοπέλα, με θολό βλέμμα κάθισε πλάι μου.
"Δώσε μου. Ένα τσιγάρο. Μόνο. Τίποτα άλλο." σπασμωδικές φράσεις έβγαιναν από το στόμα της κοπέλας η οποία με δάκρυα στα μάτια συνέχισε:
" Ποτέ μου δεν θέλησα να φτάσω στο κατώτερο σημείο και να ζητάω από τους άλλους. Προσπάθησα για χρόνια να κάνω κάτι για μένα, να ζητάω και να απαιτώ από τον εαυτό μου και μόνο, μιας και είμαι της άποψης πως μόνο τον εαυτό μας έχουμε, γιατί και η σκιά μας μας εγκαταλείπει στο σκοτάδι. Μόνοι μας είμαστε ή μόνοι μας μένουμε?" εκφράζοντας απορία σταμάτησε για να ανάψει το τσιγάρο. έπειτα από μια τζούρα, συνέχισε:
" Κατάλαβα, φίλε μου, πως μόνοι μας δεν είμαστε αλλά πως και ούτε μένουμε. απλώς η ζωή στα φέρνει έτσι και σε απομακρύνει από κάποια πράγματα και ανθρώπους. Μαλακία δικαιολογία, το ξέρω. Αλλά είναι το μόνο που μπορώ να πιστεύω γιατί φοβάμαι την μοναξιά.."
Βίαια και άκομψα, αφήνοντας το πακέτο μου και τον αναπτήρα μου, έφυγα λίγο πιο μακριά ώστε να πλύνω το πρόσωπο μου. Επιστρέφοντας είδα το πακέτο μου εκεί, μα η κοπέλα να λείπει.
Στο παγκάκι δίπλα στο πακέτο μου έγραφε "ένιωσες μια ιστορία, πάω να βρω εκείνες που παραιτούνται". Διαβάζοντας το, κατάλαβα ότι στον κόσμο δεν υπάρχουν παραιτήσεις. Παραίτηση είναι να αφήνεις τα όνειρα σου και την υπόσταση σου στον βωμό μιας κατάστασης που δεν βρίσκεις τον εαυτό σου.


Υ.Γ.: Η Έλενα (η κοπέλα στο πάρκο) δεν παραιτήθηκε, αφέθηκε απλώς στο όνειρο της, το οποίο ήταν να μην συμβιβαστεί με μια αλήθεια. Να μην συμβιβαστεί με τον άδικο θάνατο της αδερφής της, Αλεξάνδρα, μια παρουσία που ήταν δύναμη και κίνητρο για την Έλενα. Η Έλενα βρήκε "καταφύγιο" σε απαγορευμένες ουσίες γιατί ήθελε να μεταφέρεται αλλού, ήθελε να μεταφέρεται κοντά στην Αλεξάνδρα, όπως είπε βγαίνοντας από το κέντρο αποτοξίνωσης. Σήμερα η Έλενα, έχει ιδρύσει ένα κέντρο απεξάρτησης και στήριξης εφήβων με το όνομα της αδερφής της, ενθαρρύνοντας τους εφήβους να μην παραιτούνται από την ζωή και να βρίσκουν ότι το δικό τους λιμάνι που βρέχεται από μια θάλασσα που πηγάζει από την καρδιά τους και την ψυχή τους.