Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Η ζωη μιας συνήθειας

"Πέρασε να πάρεις τα πράγματα σου". Ένα μήνυμα που έφτιαξε την ημέρα. Ή μήπως την κατέστρεψε? Μπορεί τελικά να ήταν και για καλό, θα φανεί.
Καθ όλη την διάρκεια της ημέρας, ώσπου να τελειώσω την δουλειά μου και να μπορέσω να πάω στο σπίτι της, είχα συνέχεια στο μυαλό μου και υποσυνείδητα έκανα πρόβες (μάλλον) για το ποια θα έπρεπε να είναι η συμπεριφορά μου όταν την δω. Να είμαι απόμακρος, να πάρω το "καπελάκι" μου και να φύγω ή να είμαι πιο φιλικός?
Στο διάλειμμα από την δουλειά μου, πήρα έναν καφέ, αυτήν την φορά τον θέλησα γλυκό. Είχα την εντύπωση πως αν γευστώ κάτι αντίθετο του συναισθήματος της πίκρας, πως θα γλύκανε και αυτό. Μάλλον ψευδαίσθηση. Προτίμησα να τον αφήσω και να επιστρέψω πίσω στην δουλειά.
Ακόμα δυο ώρες και μετά η συνάντηση. Ο χρόνος περνούσε σχεδόν αστραπιαία, μιας και το μυαλό μου ταξίδευε σε μονοπάτια και καλντερίμια, όμορφων και μη στιγμών μαζί με την αγαπημένη μου. Ταξίδευε γρήγορα, και νόμιζα ότι ήθελε να κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν ώστε να καταλάβω την αξία της. Μετά μου φάνηκε σαν αξιολόγηση, και πως προσπάθησα να βρω απαντήσεις σε πράγματα ωραιοποιώντας  την, αυτήν και την συμπεριφορά της. Αλλά μετά είπα στον εαυτό μου "Δεν βαριέσαι.? δόθηκες και δέθηκες συναισθηματικά με ότι λάθη και πάθη, ελαττώματα και προτερήματα, τάσεις και εντάσεις είχε. όποτε θα άξιζε.
Η ώρα έχει περάσει. Ήρθε η ώρα να φύγω από την δουλειά. Καθώς βάδιζα για το σπίτι της, συνάντησα μια κυρία που πουλούσε τριαντάφυλλα. κόκκινα, το χρώμα του πάθους, το αγαπημένο της. Δίχως καμία σκέψη, σχημάτισα μια ανθοδέσμη δέκα κόκκινων τριαντάφυλλων και τα πήρα. Μετά όμως σκέφτηκα το "γιατί", "ποιος ο λόγος" "πρέπει". Πρέπει να εκτιμάμε εκεινους που μας έκαναν να βιώσουμε ευτυχισμένες στιγμές, να τα ευχαριστούμε και με ένα απλό, ακόμα, και φιλί να τους δίνουμε την σημασία και να τους αναγνωρίζουμε την αξία που έχουν στην απλή καθημερινότητα μας.
Ήμουν έξω από το σπίτι της, την κατοικία της. Δίστασα. Φοβήθηκα. Δάκρυσα. μα προχώρησα. έφτασα. δεν χτύπησα κουδούνι. άνοιξα και μπήκα.
"έφτασα" καμία αντίδραση.
Κάνοντας ένα μπάνιο πήρα το κινητό μου στα χέρια και ξαναδιάβασα το μήνυμα.
"Αγόρι μου, πέρασε να πάρεις τα πράγματα σου από το σπίτι, τα έστειλαν σήμερα με το ταχυδρομείο.Η μαμά".

Υ.Γ.: Ο χαμός είναι μια απόφαση που αργεί αρκετά να παρθεί. Στην αρχή δεν συμβιβάζεσαι, ίσως και να φοβάσαι γιατί πλέον έχεις χάσει αυτό το "πάντα θα είμαστε μαζί". έτσι και ο ήρωας της ιστορίας, έχοντας περάσει ακριβώς δέκα μήνες, η πληγή ακόμα αιμορραγεί. Μπορεί να επουλωθεί? Μένοντας πιστός στη αξία της αγάπης και της φροντίδας, συνεχίζει την προσπάθεια να κρατήσει ζωντανή μια ανάμνηση. έτσι ο ήρωας μου, έμεινε πιστός, κατάφερε πολλά πράγματα στην ζωή του. Κάνοντας μια οικογένεια, μα ποτέ δεν ξέχασε. Αντίθετα τήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει στην αγαπημένη του. "Χαμογέλα και να είσαι ευτυχισμένος με ότι θα έκανε εμάς", και αυτό ήταν η φροντίδα στην αιτία που την πήρε μακριά του. Οπότε έγινε ιδρυτής ενός οργανισμού ενάντια στον καρκίνο του μαστού.

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Θέλω (Λόγια μιας φορτισμένης στιγμης)

Θέλω μια ομίχλη αν χαθώ
και σαν μια σκέψη να ξεχαστώ.
Θέλω ένα καράβι να σαλπάρω
και μια αγκαλιά για να μπαρκάρω.
Θέλω το πάντα να το ζήσω
και στο το ποτέ να πατήσω.
Θέλω μια αμαρτία να την κάνω
και ας ξέρω πως θα πεθάνω.
Θέλω κόκκινα χείλη,
απέναντι στα δικά μου,
μια μουσική παρέα
και μια κολόνια στον αέρα.
Θέλω... Θέλω....
Θέλω δυο κουβέντες πιο πολύ να πω
σαν το τραίνο χάσεις μην πεις τίποτα,
μην ασχοληθείς, γιατί έφυγε. Πάρε ένα άλλο.
όπως επίσης και
σε κάθε μου στιγμή
έχω δική μου κρίση,
μην με πνίγεις,
μην με πουλάς,
μόνο να γελάς,
γιατί ξέρουμε
ότι μαλάκας δεν υπήρξα,
μα στάθηκα εκει
σαν να 'μουν.....
οπως ημουν.



Υ.Γ.:
Είναι η εκτίμηση βαριά,
λίγοι την σηκώνουν.
Άλλους τους λυγίζει και την πετούν,
και αλλοι την κουβαλούν και φαίνεται..

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Πάντα και Ποτέ

Πάντα και ποτέ, δυο χρονικά επιρρήματα. Το πρώτο σου δίνει την ελπίδα, την προσμονή, την ευτυχία που ίσως να κρατήσει για καιρό.Ενώ το δεύτερο επίρρημα, σου αποτρέπει την γέννηση οποιασδήποτε ελπίδας, μιας και παγώνει το συναισθηματισμό και εν τέλη το σκοτώνει ώστε να χαθεί στα βάθη του χρόνου.
Πάντα ή ποτέ? Πόσο να διαρκεί το καθένα από αυτά?
Είναι το πάντα μια ζωή? Και αν ναι, ποιανού? Γιατί η αγάπη λένε θα κρατήσει για πάντα (στα ζευγάρια), μα κάποτε, κάποιος ίσως να φύγει. Τότε? Μένει ο άλλος να παλεύει για το πάντα, το οποίο έχασε την σημασία του? Ή περνάει στο ποτέ ξανά μαζί?
Είναι δύσκολος ο δρόμος του χωρισμού. Δυστυχώς δεν είναι "Παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω", είναι περισσότερα. Πάνω από όλα είναι η στιγμή που το "Πάντα" γίνεται "ποτέ", ή μήπως όχι?
Είναι η στιγμή που ο πόνος που υποσχόταν πως ποτέ δεν θα σου έδινε, γίνεται πόνος που νομίζεις θα κρατήσει για πάντα. Βασικά θα κρατήσει καιρό, αλλά μετά δεν θα μείνει πόνος, θα μείνει σημάδι να σου θυμίζει ότι έχεις ζήσει κάποτε μαζί του, μαζί της, μαζί με εκείνον τον άνθρωπο που εσύ επέλεξε. γιατί η κάθε αγάπη, και οι ιδίως οι πιο έντονες, είναι σαν ένα βαθύ κόψιμο. Στην αρχή πονάει, ώσπου τελικά γίνεται ένα σημάδι.
Τις πρώτες μέρες του χτυπήματος, ο καθένας τις βιώνεις διαφορετικά. αλλά όποιο και να είναι το χτύπημα δεν παύει να πονά. Αν κάποιος ξέρει από πρώτες βοήθειες ίσως να επουλώσει σύντομα το τραύμα του, διαφορετικά θα χρειαστεί χρόνος. Χρόνος. Ο μόνος μάλλον που ορίζει το "πάντα" και τ "πότε", είναι εκείνος που δεν μοιράζεται ανάμεσα τους αν και τα δυο επιρρήματα αναφέρονται σε αυτόν, είναι εκείνος μάλλον που τα ορίζει απόλυτα. Γιατί είναι ο μόνος που δείχνει την κατεύθυνση στο "πάντα" ή στο "ποτέ" να γίνει "ποτέ" ή "πάντα" αντίστοιχα.

Πάντα.. Ποτέ.. Πόσο βαστάει ένα πάντα? Πόσο βαστάει ένα ποτέ? Πόσο βαστάει το καθένα από αυτά όταν ζεις μέσα στα όνειρα σου και πόσο έξω από αυτά?
Είναι όλα μια απόφαση. Δεν υπάρχει "πάντα" και "ποτέ", υπάρχει μόνο το χθες, το σήμερα και το αύριο. με σημαντικότερο το σήμερα, είναι εκείνο που ζει ο καθένας μας τώρα. Τώρα που γράφω. Τώρα που χαμογελάω. Σε λίγο που εσείς θα το διαβάσετε και μετά θα χαθεί. Για πάντα? όχι. δεν υπάρχει.
Το τέλος, λοιπόν, σε μια σχέση δεν υπάρχει ούτε και αυτό, γιατί όπως και με τον ομφάλιο λώρο μπορεί το παιδί να αποκόπτεται από την γυναίκα-μάνα του, αλλά η σύνδεση τους θα είναι στενή για χρόνια, όσα και αν περάσουν. Έτσι και στην σχέση, σε όποια σχέση, για χρόνια θα υπάρχει κάτι που να σε συνδέει, και αυτό είναι κυρίως οι αναμνήσεις που έχεις από την σχέση αυτή. Μπορεί να είναι σημάδι μπροστά στο στέρνο σου ή και πίσω στην πλάτη, η θέση έχει μεγάλη σημασία. Γιατί το να βρίσκεται στο στέρνο σου σημαίνει ότι μια ανάμνηση θα σε κυνηγάει μέχρι να φύγεις από την ζωή μιας και έρχεσαι σχεδόν καθημερινά σε επαφή μαζί του μέσω του καθρέπτη σου. ενώ αν είναι στην πλάτη η επίδραση του είναι σχεδόν αμελητέα, μιας και η επαφή μαζί του είναι επιεικώς ανέφικτη...
Σχέσεις που δεν τελειώνουν, το "πάντα" που δεν υπάρχει, το "ποτέ" που δεν υφίσταται (ουσιαστικά). Μα όλοι μας τα επικαλούμαστε συχνά. Τελικά είμαστε γελασμένοι και πεπεισμένοι πως δεν θα φύγουμε ποτέ από τον κόσμο αυτό..!



Υ.Γ.: Υπό άλλες συνθήκες και φυσικά υπάρχει το "πάντα", για παράδειγμα ένας πολιτισμός (ο ελληνικός), ο οποίος είναι διαχρονικός και όσο ακούγεται και μελετάται θα κρατείται και ζωντανός για πάντα, όπου και αν φτάνει αυτό το πάντα.....



Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Δεν φοβάμαι όταν σκοτεινιάζει



Αυτό το μαύρο σημάδι στον ορίζοντα
είναι από το πληγωμένο φεγγάρι
που κρύφτηκε στην ανάσα τ’ ουρανού.
Ετούτο το μαύρο σημάδι στο χιόνι
 είναι από το πληγωμένο μου όνειρο
 που κρύφτηκε στον ίσκιο της ψυχής μου.
Σήμερα όμως δραπέτευσα από τον ίσκιο μου,
φτερούγισα ελεύθερα σε τοπία της ψυχής μου,
παίρνοντας την ανάσα  των λουλουδιών
ξέπλυνα το πρόσωπο μου.
Έκλεψα το χαμόγελο μου από τον ύπνο ενός παιδιού
 και σκέπασα την γύμνια μου
μαζεύοντας σκόρπια φύλλα από τα όνειρά μου
και άναψα φωτιά στη ακροθαλασσιά
 όπου σχεδόν όλη μου τη ζωή την πέρασα εκεί,
κράτησα ένα κοχύλι και ονειρευόμουν τον ωκεανό.
Ένιωσα έτοιμος να πέσω στα κύματα
όταν ένα θαλασσοπούλι μου ψιθύρισε στην καρδιά :
«Μου παράγγειλε η ζωή να σου δώσω ένα φιλί."
 Ένα μικρό ψαροκάικο είναι η ζωή μου,
 ένα μικρό και φθαρμένο καΐκι
 που έχει φεγγάρια στο κατάρτι
 και έναν ξεφούσκωτο αλήτη ήλιο για τιμονιέρη.
πάει καιρός από τότε που αφέθηκα
στα ελπιδοφόρα κύματα για τελευταία φορά,
πάει καιρός από τότε που αντίκρισα άνθρωπο
πάει καιρός από τότε που προσευχήθηκα
 στην συντροφιά ενός ατόμου, κι είπα :
 «Μακάρι να βρισκόταν τώρα κάποιος δίπλα μου,
να μου ζεστάνει τα χέρια.
Μακάρι να ερχόταν κάποιος άνθρωπος
 κι να μου πει ψιθυριστά ‘μη φοβάσαι’»,
 κι εγώ να σύρω τα δάχτυλά μου στο πρόσωπό του
και να πιάσω το σχήμα του χαμόγελού του,
να αρπάξω λίγο από το σχήμα του κόσμου.
Μα ξερά σκόρπια φύλλα οι ευχές μου,
κάποια μου τα πήρε ο άνεμος μακριά
κι με άλλα άναψα φωτιά να ζεσταθώ.
 Κάνει τόση παγωνιά
στην μαυρισμένη χώρα της μοναξιάς,
 κι η ταξιδιάρα ψυχή μου
ρίχνει τα όνειρά μου στην φωτιά
για να ζεσταθεί τις νύχτες
 που το μαύρο φως της
με κάνει να μαζεύω πολύχρωμα χαρτάκια
και να βάζω ουρές στα όνειρά μου, για να’ ναι εύκολα
όταν ο άνεμος θα τα παίρνει μακριά,
όταν η φωτιά θα τα καίει δίχως λησμονιά
 όταν η παγωνιά θα τα θάβει βαθιά,
όταν η νύχτα θα τα αφήνει στου φεγγαριού την σκιά
 όταν όλοι τους ξεχνάνε,
για μένα,  ευτυχώς που ξέχασε
 η αυγή όλα τα χρώματά της
στην ψυχή μου,
έτσι τώρα πια
δεν φοβάμαι όταν σκοτεινιάζει.