Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Όταν τα μάτια σου ρωτούν, άφησε με να απαντήσω

Στο ηχηρότερο σημείο μιας βουβής θέας, σε ένα παράθυρο άκρως προσβάσιμο σε αυτήν, δυο θολά πέπλα, ερχόμενα το καθένα από διαφορετική πορεία, το ένα από τα δεξιά και το άλλο από τα αριστερά του τοίχου, κάπου στην μέση συναντήθηκαν και άδοξα έκλεισαν το ολόγιομο φεγγάρι έξω από το πλέον σκοτεινό δωμάτιο. Το φεγγάρι δεν ολοκλήρωσε την βόλτα του στο υπό του ήλιο ακτίνες φωτεινό δωμάτιο, μα σαν λαθραίος επιβάτης έμεινε έξω από εκεί που οριοθετεί η κουρτίνα.
Η κουρτίνα πλέον μένει κλειστή, ανέκφραστη μα συνάμα ομοιοπαθής με την ψυχή του σώματος που κινείται αχνά μπρος της. Μένει σταθερή και καθιστή πλέον κάπως κοντά στην θέα, αλλά με την πλάτη προς αυτήν. Δύο κρύα πόδια, και ένα ντυμένο κορμί, τυλίγονται καθώς το τσιγάρο ανάμεσα στα δύο χείλη, περικυκλωμένα από άγρια γένια, ανάβει.Δύο γυμνά χέρια, απλώνονται.Το ένα να κρατήσει το αναμμένο τσιγάρο και το άλλο να σκουπίσει δύο δακρυσμένα μάτια, και ολοκληρώνοντας να επεκταθεί ώστε το ποτήρι με το κόκκινο κρασί, ακουμπισμένο στο τραπέζι,δίπλα στο τασάκι του, να έρθει πιο κοντά.
Σε ένα μελαγχολικό σκηνικό, ένα σώμα παραδομένη στην αλκοόλ και στην νικοτίνη, στον πόνο και στην μνήμη, στο σκοτάδι και σε μια πλήρη μοναξιά, το σώμα ξεσπά.Πονά.Αντιδρά.Φωνάζει,κλαίει και σπάει.Μα πάλι σωπαίνει. Ο πόνος του μένει πίσω από τις κουρτίνες, δεν αφήνεται στου φεγγαριού του φως, στον αέρα της νύχτας, αλλά παραμένει δυνατός διπλά του, κοντά του.ίσως και μέσα του.Σε όλο το φάσμα μιας μοναχικής εκρηκτικής στιγμής, το κρασί πότισε το λευκό τραπεζομάντιλο.Κόκκινο έμοιαζε με αίμα.Καθαρό σαν ένα ειλικρινές βλέμμα.Μα η δυνατή αυτή στιγμή δεν άφησε ατάραχη την ψυχή, που παγιδευμένη σε μια φωνή, κόπηκε καθώς το μπουκάλι έπεσε,έσπασε και πάνω του πάτησε το πόδι του ανδρικού σώματος. ένας λάθος βήμα, μια πληγή ανοιχτή, μα η πλάτη να αντιστέκεται στην θέα.
Αρπάζοντας την αφορμή, και αξιοποιώντας τα δεδομένα, ένας κοντινός άνθρωπος, ανήσυχος για την σύνθεση του ατόμου, ψυχολογικά αλλά και σωματικά, και ακροατής της δυναμικής έκρηξης, έσπευσε σύντομα στο σκοτεινό δωμάτιο που μέσα του πλέον στατική, παρατημένη η ψυχή καθόταν και κάπνιζε, καθώς τα δάκρυα έρεαν από τα μαύρα μάτια του.
Φτάνοντας εκεί, ο ψύχραιμος άνδρας πέρα από ένα τοπίο, συνέπεια θυμού, αντίκρισε δύο μάτια που μιλούσαν ζεστά και μια καρδιά που ήθελε αγκαλιά.Καθισμένοι ο ένας απέναντι στο άλλον, κρατώντας και οι δύο από ένα ποτήρι κρασί, και λίγους κύκλους καπνού πάνω από τα κεφαλιά τους, που σταθερά θωρούσε το ένα του βλέμμα του άλλου, πέρασαν σχεδόν οι ώρες μέχρι το φεγγάρι φυσικά να σβήσει, και ο ήλιος ξεκούραστος να ξεκινήσει την ημέρα. 
Πίσω από την κουρτίνα ο ήλιο δειλά προσπαθούσε να εισέλθει και να φωτίσει τα πρόσωπα, καθρέφτες ψυχών, και όλο το σύνολο που προηγήθηκε στο ξέσπασμα του φεγγαριού..
"Σε κοιτώ και βοήθεια σου ζητώ, αλλά φοβάμαι για το αν σωστά ... να συμπεριφέρομαι μπορώ", σβήνοντας ένα από τα πολλά τσιγάρα, ο πληγωμένος άνδρας είπε.
Σχεδόν παράλληλα, ο ακροατής και συνομιλητής του, αποκρίθηκε με ένα χαμόγελο. Σηκώθηκε, κράτησε το μαύρο του μπουφάν, και πιάνοντας τον ώμο του άλλου είπε:
"Όταν τα μάτια σου ρωτούν, άφησε με να απαντήσω".   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου